Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ο Σιμωνοπετρίτης Περί Θεού: Λόγος Αισθήσεως



© 2004, ΙΕΡΟ ΚΟΙΝΟΒΙΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΟΡΜΥΛΙΑΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ, Εκδ. ΙΝΔΙΚΤΟΣ, Αθήναι 2004.


1.Περί Προσευχής


Θα ομιλήσωμε σήμερα δι' ένα καίριο θέμα της πνευματικής ζωής, εις το οποίον μας εισάγει και το Τριώδιον ολόκληρο, ιδιαιτέρως όμως η αρχομένη αυτή περίοδος• το θέμα της προσευχής.

Άραγε, ξεύρομε τι είναι η προσευχή και ξεύρομε να προσευχώμαστε; Από μικρά παιδάκια που ήμαστε, μαθαίναμε να προσευχώμαστε, αλλά η προσευχή μας έχει την πορεία πού πρέπει; Η προσευχή είναι μία πορεία της ψυχής προς τον Θεόν, με σκοπό να φθάση σ' Αυτόν και να ενωθή μαζί του. Εάν η πορεία δεν είναι σωστή, το αυτοκίνητο ή το πλοίο δεν φθάνει ποτέ στον προορισμό του. Εάν η πορεία της προσευχομένης ψυχής μας δεν είναι ορθή, καταλαβαίνετε ότι ποτέ δεν θα φθάση στον Θεό. Σαν να έχωμε μία βάρκα, ας πούμε, που ο βαρκάρης κτυπάει τα κουπιά, αλλά τελικώς δεν κάνει τίποτε άλλο, παρά στριφογυρίζει γύρω στο ίδιο σημείο. Το ίδιο μπορεί να παθαίνωμε και εμείς και να μη το ξεύρωμε καν. Πρέπει να δούμε, η προσευχή μας είναι επιτυχημένη προσευχή;

Αντιλαμβάνεσθε ότι ένας άνθρωπος που δεν ξεύρει να προσευχηθή, είναι εν τη πραγματικότητι ένας εξωφλημένος άνθρωπος. Δεν υπάρχει ενδεχόμενο να επιτύχη εις την ζωή του. Και μοναχός να είναι, θα μείνη πάλι ένας επίγειος άνθρωπος και δεν θα γίνη ποτέ ένας ουράνιος άνθρωπος• ακόμη περισσότερο, δεν θα γίνη ένας άγγελος, εφ' όσον δεν θα ξεύρη να χρησιμοποιή πολύ καλά αυτό το μέσο πορείας και πλεύσεως, την προσευχή.

Είναι ανυπολόγιστο το κακό που παθαίνομε, το νοιώθετε, αν δεν ξεύρωμε να προσευχηθούμε. Ανυπολόγιστο! Το μοναδικό κακό, το οποίον πάσχομε. Δεν είναι δυνατόν να γίνη σύγκρισις καταστροφής με καμιά καταστροφή. Και εάν υποθέσωμε ότι θα χτυπηθούν όλα τ' αστέρια και όλοι οι κόσμοι μεταξύ τους, και θα γίνουν τα άνω κάτω θρύψαλα, το κακό θα είναι πολύ μικρότερο από το κακό το οποίον υφιστάμεθα εμείς, εάν δεν ξεύρωμε να προσευχηθούμε. Και επομένως, ο κίνδυνός μας είναι άμεσος, κίνδυνος οριστικός, στην περίπτωσι αυτής της πνευματικής αγνοίας.

Τι είναι η προσευχή; Είναι το όχημα της ψυχής, είπαμε• ας το πούμε έτσι, είναι ακόμη και η ατμόσφαιρα μέσα εις την οποίαν ζη η ψυχή. Πώς οι πνεύμονές μας αναπνέουν τον αέρα; Έτσι και η ψυχή μας αναπνέει με την προσευχή. Και γιατί ήλθαμε στο μοναστήρι; Διότι ακριβώς το μοναστήρι πάλι είναι η ατμόσφαιρα της προσευχής. Τα πάντα διά μίαν προσευχή. Εάν, λοιπόν, η προσευχή αυτή δεν γίνεται ή εάν στραβά γίνεται, τότε πώς είναι δυνατόν τελικώς να γίνωμε επιτυχημένοι άνθρωποι και μάλιστα πνευματικοί άνθρωποι; Ενώ η προσευχή η ορθή, νοιώθετε ότι τακτοποιεί τα πάντα, αναχαιτίζει κάθε δυσκολία, τα προβλήματά μας, τις αγωνίες μας, τις αμαρτίες μας, όλα τα διευθετίζει• ακόμη, μπορεί και να τερατουργή, να κάνη θαύματα εις την πορεία μας δηλαδή, και εις τον αγώνα μας και εις την ζωή μας.

Εάν δεν έχωμε μέσα μας πλούτον Πνεύματος, αν δεν έχωμε πλούτον χαράς, πλούτον ειρήνης, αν δεν έχωμε καρπούς, οι οποίοι είναι αμέσως αντιληπτοί και εμφανείς και μεγάλοι, είναι, διότι δεν τους επιθυμούμε ή διότι δεν ξεύρομε να προσευχώμαστε• και αν επιθυμούμε —«επιθυμείτε, και ουκ έχετε», που λέγει πολύ ωραία ο αδελφόθεος Ιάκωβος— και δεν έχετε «δια το μη αιτείσθαι υμάς»(1), διότι δεν ζητάμε• και εάν ζητάμε, κακώς ζητάμε, όπως λέγαμε προηγουμένως• διότι «κακώς αιτείσθε»(2), όπως πάλι λέγει εκεί ο Απόστολος.

Για μας τους μοναχούς προσιδιάζει ιδιαιτέρως η προσευχή η νοερά, η προσευχή του Ιησού, η μονόλεκτος, όπως θα λέγαμε, προσευχή, με την οποία ιδιαιτέρως θα αρχίσωμε να ασχολούμεθα αυτό το διάστημα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η σημερινή μας αυτή κατήχησις θα έχη ένα σκοπό εισαγωγικό• προτού μπούμε στις λεπτομέρειες και στις αφετηρίες και στις βάσεις της νοεράς προσευχής, να πούμε μερικά πράγματα γενικώς περί προσευχής. Διότι η προσευχή είναι το πάν. Αλλά άμα δεν ξεύρω, όπως σας είπα, δεν κάνω τίποτα• και το πάν γίνεται μία καταστροφή τελεία. Μία αυτοκαταστροφή.

Τώρα, θα μου επιτρέψετε, προτού προχωρήσω, να πω κάτι. Μου φαίνεται, πατέρες μου και αδελφοί μου, ότι πράγματι δεν προσευχόμαστε ή, εάν προσευχώμαστε, δεν προσευχόμαστε αρκετά• αλλά και αυτό το λίγο που προσευχόμαστε, είναι χωρίς τέχνη, χωρίς δύναμι, χωρίς πνοή, προ πάντων είναι χωρίς Πνεύμα. Διότι μόνον το Πνεύμα, όταν προσεύχεται μέσα μας, είναι δυνατόν η προσευχή μας να ανεβαίνη επάνω στον ουρανό. Διότι εν Πνεύματι είναι η προσευχή, και το Πνεύμα κατανοεί το πνεύμα και ενούται με αυτό και όχι με σάρκα. Δεν έχει την δύναμι και την παρουσία του Πνεύματος η προσευχή μας. Συνήθως μας μαγνητίζουν ή τραβούν την ψυχή μας άλλα πράγματα, τα οποία έχουν σήμερα για μας σημασία, και τελικώς ξεχνάμε ότι μοναχός σημαίνει προσευχόμενος άνθρωπος.

Τι είναι, λοιπόν, αυτή η προσευχή; Πώς γίνεται η προσευχή θα πρέπη να πούμε σήμερα, για ν' αρχίσωμε ένα πιο συγκεκριμένο αγώνα. ιδιαίτερα για μας που ήλθαμε από τα Μετέωρα, έχει μια μεγάλη σημασία αυτό, διότι δεν φύγαμε από τον τόπο μας για κανέναν άλλο λόγο, παρά μόνον διότι δεν είχαμε τις συνθήκες και τις δυνατότητες της πνευματικής αναπτύξεως της ψυχής μας, διότι δυσκολευόμασταν στην προσευχή. Και ενώ τόσο πολύ την ποθούσαμε, θυμάστε ότι τελικώς σταματούσαμε να μιλούμε, διότι είχαμε τόσες δυσκολίες για να μπορέσωμε να προσευχηθούμε.

Ήλθαμε όμως τώρα εις το Άγιον Όρος και κανείς λόγος δεν μπορεί να μας δικαιολογήση, εάν δεν προσευχώμαστε, και μάλιστα εάν δεν προσευχώμαστε δυνατά. Δεν έχει κανένα απολύτως νόημα η φυγή μας και η είσοδός μας εις το Άγιον Όρος, εάν δεν είμεθα προσωπικότητες πραγματικά προσευχόμενες εν Πνεύματι Αγίω. Ήταν μία απάτη του κόσμου και μία ψευδαίσθησις και μία εξαπάτησις του Θεού η έλευσίς μας εις το Άγιον Όρος, εάν δεν θα γίνωμε δυνατά προσευχόμενοι άνθρωποι. Γι' αυτό θα παρακαλέσω ιδιαιτέρως να προσέξωμε το θέμα, το οποίον μας απασχολεί.

Πρώτα απ' όλα, ομιλώντας περί προσευχής, πρέπει να πούμε ότι η προσευχή δεν είναι ποτέ μόνη της. Δεν μπορώ να πω ότι προσεύχομαι, όπως έχομε εξηγήσει δια πολλών πολλάκις, δεν μπορώ να πω ότι προσεύχομαι, αν αυτή η προσευχή μου δεν είναι συνδυασμένη με κάτι άλλο. Είναι μερικά πράγματα, τα οποία πηγαίνουν πάντα μαζί. Δεν μπορείς να ξεχωρίσης το ένα από το άλλο• επί παραδείγματι, όταν ομιλή ο απόστολος Παύλος περί πίστεως(3), ομιλεί μόνον περί πίστεως και όχι και περί έργων. Αλλά γιατί; Διότι, όταν λέγη «πίστις», εννοεί μία πίστι που υπάρχει και αποδεικνύεται από τα έργα. Όταν ο Ιάκωβος ομιλή περί έργων(4), λέγει ότι καμία σημασία δεν έχει η πίστις χωρίς αυτά. Ομιλεί περί έργων συνεχώς. Γιατί; Διότι τα έργα είναι η απόδειξις της πίστεως. Τα δύο αυτά, λοιπόν, είναι εντελώς αλληλένδετα.

Η ίδια συζυγία υπάρχει και σε πολλά άλλα. Και εν προκειμένω η προσευχή είναι συνδεδεμένη με κάτι άλλο• με την λατρεία μας και μάλιστα με την θεία κοινωνία. Εάν δεν υπάρχη λατρεία και δεν ύπάρχη θεία κοινωνία, ούτε προσευχή είναι δυνατόν να υπάρξη. Πάσα προσευχή θα είναι ψευδής. Εάν υπάρχη λατρεία και δεν υπάρχη έντονος πνευματική προσευχή, εσωτερική, δυνατή, κράζουσα προσευχή, να είσθε βέβαιοι ότι η λατρεία μας και η θεία μας κοινωνία είναι μάταια και είναι απλώς πέταμα λάσπης στα μάτια του Θεού, για να κάνωμε πως τον αγαπάμε, ενώ στην πραγματικότητα δεν έχομε καμία σχέσι μαζί του και κάποτε θα μας πη «ουκ οίδα υμάς»(5).

Αυτά πηγαίνουν μαζί. Αποτελούν τα δύο σκέλη της πνευματικής ζωής. Το ένα είναι η μυστηριακή ζωή, που είναι προϋπόθεσις της μυστικής ζωής• και αυτό που αναλύομε σήμερα είναι η ρίζα, ο κορμός, το κεντρικό σημείο της μυστικής ζωής, η οποία αφορμάται από την μυστηριακή ζωή. Η θεία κοινωνία, λοιπόν, μέσα στην λατρεία είναι το πρώτο. Γιατί είναι αυτό απαραίτητη προϋπόθεσις; Διότι, προσεύχομαι όταν λέμε, εννοούμε ότι «εύχομαι προς τινα», όπως λέγει και η λέξις «προσευχή».

Όταν ομιλούμε περί προσευχής εσωτερικής, νοεράς, δεν λέμε προσευχή νοερά, αλλά λέμε «ευχή». Ενώ, όταν ομιλούμε περί προσευχής, βάζομε και αυτήν την πρόθεσι μπροστά «προς», γιατί δείχνει αμέσως ότι η προσευχή είναι η πορεία προς εν συγκεκριμένο πρόσωπο, με σκοπόν την ένωσι με το πρόσωπο αυτό. Ενώ η ευχή είναι στάσις, ας το πούμε έτσι, και απόλαυσις εν τινι σημείω, όπου υπάρχει και ο Θεός — υπάρχει μία αντιδιαστολή, βλέπετε.

Η προσευχή, λοιπόν, λέμε ότι είναι μία στροφή προς ένα πρόσωπο. Επομένως, για να υπάρχη προσευχή, πρέπει να υπάρχη το πρόσωπο αυτό. Και για να πω ότι προσεύχομαι εγώ, πρέπει να υπάρχη για μένα ενεργός η παρουσία του προσώπου αυτού. Εγώ να μπορώ να οικειοποιούμαι την παρουσία του και την ύπαρξί του. Ο Χριστός, ο ενυπάρχων, ο πανταχού παρών, γίνεται για μένα παρών μέσα εις την ζωή μου, δια της λατρευτικής μου συμμετοχής, δια της συμμετοχής μου μέσα εις την λατρεία και, ιδιαίτατα, δια της συμμετοχής μου εις την θεία κοινωνία.

Διά της συμμετοχής μου εις την λατρευτική ζωή της Εκκλησίας μας, εγώ συνδέομαι με τον Χριστόν και γίνομαι μέλος του σώματος του Χριστού• και εφ' όσον είμαι μέλος, δια να είμαι ζωντανό μέλος του Χριστού, θα πρέπη να συμμετέχω εις τας ιδιότητας του Χριστού, ώστε να γίνεται η περιχώρησις και η αντίδοσις των ιδιωμάτων, όπως εγίνετο και εις τας δύο φύσεις του Χριστού. Αυτό πραγματοποιείται δια της θείας κοινωνίας πλέον, που με καθιστά μέτοχον των ιδιωμάτων της κεφαλής μου μετά της οποίας ενώθηκα.

Επομένως, η λατρεία και η θεία κοινωνία είναι αδιάσπαστα ηνωμένα. Και τι κάνουν; Καθιστούν παρόντα τον Θεόν και τον Θεόν ζωντανόν για μένα. Οπότε τώρα τι απομένει; Εγώ να ομιλήσω εις Αυτόν, να απευθυνθώ προς Αυτόν, ο οποίος έρχεται προς εμένα. Και έτσι Εκείνος, δια της λατρείας, τείνει προς εμέ και εγώ, δια της προσευχής, τείνω προς Αυτόν, μέχρις ότου γίνη η ολοκληρωτική μας ένωσις. Αυτή η δική μου τώρα πλέον η στροφή, γίνεται δια της μυστικής οδού που είναι αδιάλειπτος, και γίνεται αρχικώς και ουσιαστικώς, όπως σας είπα, δια της προσευχής. Αυτό που γίνεται έν τινι χρόνω μέσα εις την εκκλησία, κατά τον εσπερινό, ή μέσα εις την λειτουργία με την θεία κοινωνία, αυτό συνεχίζεται με την προσευχή• και δεν μπορώ να πω ότι θα πάω στην εκκλησία, άμα δεν προσευχόμουν. Είναι περιττό να πάω στην εκκλησία και δεν χρειάζεται να πηγαίνω στην λειτουργία και άχρηστο να κοινωνάω, όταν δεν είμαι ο διαρκώς προσευχόμενος • και είναι περιττό να προσεύχωμαι, όταν δεν έχω συμμετοχή εις αυτά που λέγαμε τώρα μόλις.

Υποτίθεται, όμως, ότι και η προσευχή έχει τον εντελώς ιδιάζοντα δικό της χώρο, τον μυστικό χώρο, μέσα εις τον οποίον καλλιεργείται. Πώς, για να φυτέψης ένα λουλούδι, σκάβεις εκεί το χώμα, βάζεις κοπριά, βάζεις ό,τι άλλο χρειάζεται, για να γίνη μία ακμή αυτής της ρίζης. Εάν δεν βάλης εκείνο το λίπασμα, αν δεν είναι κατάλληλο το χώμα, αν είναι π.χ. αμμουδιά, αδίκως βάζεις την ρίζα. Η προσευχή είναι άκαρπος και δεν ξεπερνάει πάνω από το κεφάλι μας τον χώρο —πολλώ μάλλον για να φθάση επάνω από τα σύννεφα και επάνω από τους ουρανούς—, εάν δεν έχη τον μυστικό της χώρο, το μυστικό της λίπασμα που, όπως έχομε πει, είναι ιδιαίτερα η αγρυπνία, η μελέτη και η νηστεία.

Επομένως, αδίκως προσεύχομαι, εάν δεν αγρυπνώ• όχι όταν το μοναστήρι μας έχη αγρυπνία —εκείνο είναι κάτι το ιδιάζον και έχει άλλους λόγους και όχι αυτούς για τους οποίους μιλάμε τώρα• εκείνη η αγρυπνία έχει σχέσι με την λατρεία και όχι με την προσευχή. Εάν δεν αγρυπνώ, εάν αδιαλείπτως δεν νηστεύω και εάν δεν μελετώ —αυτά αποτελούν τον εντελώς ιδιάζοντα χώρο της προσευχής—, αδίκως προσεύχομαι. Οπότε, αφού κάναμε το ξεκαθάρισμα αυτό, μπορούμε πλέον να ρίξωμε τον φακό μας εις την προσευχή, εις αυτό που μας απασχολεί, για να μπορέσωμε κατόπιν να προχωρήσωμε.

Τι είναι η προσευχή; Όταν λέμε τώρα τι είναι η προσευχή, δεν θα σας πω κανένα ορισμό της προσευχής. Άμα ανοίξωμε τον άγιον Ιωάννην της Κλίμακος, άμα ανοίξωμε τον Δαμασκηνόν, άμα ανοίξωμε όλους τους αγίους, θα δούμε ότι ο καθένας έχει υπέροχους ορισμούς, οι οποίοι θα μας είναι χρήσιμοι. Αλλά εγώ θα σας πω τώρα τι είναι η προσευχή, όπως
την βιούμε μέσα εις τον αγώνα της ψυχής μας, δηλαδή, όχι αντικειμενικά τι είναι η προσευχή αλλά υποκειμενικά πώς ζούμε εμείς την προσευχή• ένας που προσεύχεται, πώς νοιώθει και τι νοιώθει ότι είναι η προσευχή.

Κατ' αρχάς είπαμε ότι η προσευχή είναι μία πορεία προς τον Θεόν. Ο Θεός όμως είναι αόρατος. Ο Θεός είναι εις τους ουρανούς και εγώ είμαι κάτω εις την γη. Ο Θεός είναι το φως και εγώ είμαι σκοτάδι. Ξεύρεις τι φοβερό πράγμα είναι να μπορέση το σκοτάδι να διάλυση το φως; Αν είναι δυνατόν το σκοτάδι να διαλύση το φως, εφ' όσον το φως διαλύει το σκοτάδι. Και όμως, εμείς πάμε κάτι τέτοιο να κάνωμε μέσα στην προσευχή. Το σκοτάδι μας να το διαλύσωμε, οπωσδήποτε δια της εισελεύσεως του Θεού, για να μπούμε μέσα στον χώρο του φωτός και να γίνωμε εμείς οι ίδιοι φωτεινοί. Ξεύρεις τι θα πη η σάρκα να μπη μέσα εις τον χώρο του πνεύματος; Η σαρξ(6) η οποία δεν κληρονομεί ουράνιον βασιλείαν, να μπη μέσα εις τον Θεόν; Ξεύρεις τι θα πη ο αχώρητος παντί(7) Θεός να χωρέση μέσα στην δική μου την ψυχή; Την ψυχή μου που δεν φθάνει ότι είναι μικρά, αλλά είναι και κατακλυσμένη, είναι γεμάτη από τα πάθη της και από τα βουλήματά της και από τις επιθυμίες της;

Όταν, λοιπόν, προσεύχωμαι, αμέσως νοιώθω το ανυπέρβλητο αυτό εμπόδιο, που με χωρίζει από τον Θεόν. Το ότι εγώ είμαι σαρξ, τουτέστιν είμαι σάρκινος άνθρωπος (με την ευαγγελική έννοια παίρνω την λέξι «σαρξ» και όχι ότι δεν έχομε ψυχή), το ότι εγώ είμαι σαρξ και Εκείνος είναι πνεύμα. Με την υπερβατικότητα του Θεού και με την αγιότητα και την φαεινότητα του Θεού, νοιώθω αμέσως την αδυναμία μου. Νοιώθω ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα και ότι αρχίζω έναν φοβερό αγώνα, μίαν μάχη που τόσον ωραία η Παλαιά Διαθήκη μας την παρουσιάζει με την μάχη εκείνη, με τον αγώνα, με την πάλη του Ιακώβ(8), εκεί στην γνωστή κλίμακά του. Θα πρέπη εγώ, ο μικρός άνθρωπος, να εκπορθήσω τους ουρανούς και να πολιορκήσω τον Θεόν και να τον νικήσω τον Θεόν και να τον κάνω υποχείριον της δικής μου επιθυμίας, της δικής μου εφέσεως, την οποίαν κρύβω μέσα στην ψυχή μου.

Επομένως, την προσευχή την βιούμε αρχικώς —όταν αρχίζωμε να προσευχώμεθα— ως μίαν πάλη, ως έναν αγώνα. Αλλά προσέξτε, όχι αγώνα με την έννοια ότι είναι δύσκολο να προσευχηθώ, όχι ότι κάνω αγώνα να μαζέψω τους λογισμούς μου ή να νικήσω τον ύπνο μου ή να νικήσω τον κόπο των γονάτων μου ή που μου έρχεται να ξυστώ και δεν ξεύρω τι να κάνω και κοπιάζω για να μη ξυστώ • όχι με τον αγώνα του ότι πεινάω και θέλω να πάω να φάω και λέγω• «Όχι, θα συνεχίσω να προσεύχωμαι». Δεν εννοώ τον αγώνα αυτόν• αυτό είναι η άσκησις, είναι κάτι το διαφορετικό• άλλο θέμα είναι αυτό. Ομιλώ για τον αγώνα που κάνομε, όχι με τον εαυτό μας -αυτά είναι με τον εαυτό μας-, αλλά τον αγώνα που κάνομε με τον Θεόν. Παλεύω με τον Θεόν. Ξεκάθαρα.

Αρχίζω μίαν μάχη, η οποία θα είναι επώδυνη, η οποία θα είναι ατελεύτητη —διότι δεν ξεύρω αν θα σταματήση στην άλλη ζωή—, μίαν μάχη με τον ίδιο τον Θεόν. Όταν έλεγε «συναγωνίσασθέ μοι εν ταις προσευχαίς»(9) ο Παύλος, κάτι τέτοιο εννοούσε. Ένοιωθε να αγωνίζεται αυτός με τον Θεόν, είτε για τον εαυτό του είτε για τις εκκλησίες, τις οποίες είχε αναλάβει, και έλεγε• «Παλέψτε και σεις με τον Θεόν, με τις προσευχές σας, ούτως ώστε να ενωθούν αυτοί οι αγώνες μας και έτσι, όλοι μαζί, να παλεύωμε μαζί του για να τον νικήσωμε». Όπως ακριβώς, όταν δεν μπορώ να σε νικήσω, φέρνω και άλλους και τους καλώ εις βοήθειαν, για να μπορέσω να προχωρήσω.

Το πρώτο, λοιπόν, βίωμα το οποίον έχω, είναι η αίσθησις του ανυπερβλήτου εμποδίου, που υπάρχει μπροστά μου, της μικρότητός μου, και επομένως η αίσθησις του υπερβατικού του Θεού και η βίωσις της δραματικής πάλης την οποίαν κάνω με τον Θεόν. Για σκεφθήτε, ένας άνθρωπος, ο οποίος γρονθοκοπάει τον αέρα, αυτός δεν έχει καμίαν αντίστασι και μπορεί πάρα πολύ εύκολα να κατευθύνη τα χέρια του όπου νομίζει• πυκτεύει αυτός εις αέρα. Δεν παθαίνει τίποτα. Δεν νοιώθει να αντιστέκεται κάτι στο χέρι του. Όταν όμως έχης έναν αντίπαλο, αμέσως σφίγγεσαι. Η γροθιά σου αμέσως δυναμώνει. Οι μυς σου, τους βλέπεις και τεντώνονται και αυτοί. Βρίσκεις μίαν αντίδρασι. Καταλαβαίνεις ότι χτυπάς ή ότι χτυπιέσαι. Νοιώθεις αμέσως ότι χτυπάς και ότι χτυπιέσαι. Όταν δεν έχω την αίσθησι του αγώνος αυτού με
τον Θεόν, καταλαβαίνετε ότι ακόμη δεν έχω αρχίσει καν να προσεύχωμαι.

Ας υποθέσωμε όμως ότι αρχίσαμε να προσευχώμεθα και νοιώθω ότι έχω να κάνω αυτήν την φοβεράν πάλην με τον Θεόν, ότι μπήκα πλέον, ότι έχω βάλει τα γάντια στα χέρια μου και αρχίζω να χτυπάω τον Θεόν. Αντιστέκεται Εκείνος, αντιστέκομαι και εγώ και είναι πλέον το θέμα ή θα νικήσω ή θα νικήση. Δεν είναι δυνατόν παρά ή να πέσω κάτω αιμόφυρτος ή να νικήσω Εκείνον και να μου πη «με νίκησες πλέον». Να μου παραδοθή, όπως έκανε και με όλους τους αγίους, οι οποίοι τον έκαναν ό,τι ήθελαν τον Θεόν.
Εάν θα σταματήσω, θα είμαι ένα συντριμμένον πλέον πλάσμα, θα είμαι ένας, για πάντα, αποτυχημένος άνθρωπος. Δεν μπορώ να πω ότι δουλεύω ή ότι ζω ή ότι προσεύχομαι, εάν δεν θα νικήσω εις αυτήν την πάλη. Πολλώ μάλλον, εάν δεν έχω αρχίσει την πάλη. Ας υποθέσωμε, λοιπόν, ότι έχω όλην την αίσθησι και όλην την βίωσι αυτήν. Μπήκα μέσα εις τον αγώνα. Αρχίζω να παλεύω με τον Θεόν. Παλεύοντας με τον Θεόν, νοιώθω ότι αυτή μου η πάλη δεν γίνεται με τους γρόνθους μου, δεν γίνεται με τα χέρια μου, με τα πόδια μου ή με ο,τιδήποτε άλλο, αλλά γίνεται με τον νου μου. Γίνεται με το πνεύμα μου, όπως λέμε, γίνεται με το νοερόν.

Αυτό που μπορεί να ενωθή με τον Θεόν είναι το πνεύμα μου. Το πνεύμα μας όμως -«δια το είναι αυτούς, λέγει, σάρκας»(10-, το πνεύμα μου σαρκούται εις την καθημερινή μας ζωή. Το πνεύμα μας, το οποίον έχει την ιδιότητα της αναβάσεως, ανατάσεως, της ανώσεώς του και της ενώσεως με το Άγιον Πνεύμα —οπότε πληρούται η υπόστασίς του—, το πνεύμα μου μαθαίνει να ζη μέσα στην φτώχεια, να ζη μέσα στην χθαμαλότητα, μέσα στην χοϊκότητα. Και τι το απασχολεί; Το απασχολεί το θέλημά μου και ζυμώνεται μαζί του• το απασχολεί το τι θα φάω, το τι θα γράψω εις το έγγραφο, το πώς θα ξεπεράσω το πρόβλημα που θέλουν να κάνουν δρόμους μέσα εις το Άγιον Όρος, πώς τούτο, πώς εκείνο... Και το πνεύμα μου γίνεται έγγραφο, το πνεύμα μου γίνεται δρόμος, το πνεύμα μου γίνεται θέλημα, το πνεύμα μου γίνεται ο,τιδήποτε άλλο. Γίνεται σαρξ! Γίνεται μία κατάποσίς του από τις ψυχικές μου δυνάμεις και δεν μπορώ πλέον να κάνω τίποτε με τον Θεόν! Για μένα είναι ανέγγιχτος, είναι αναφής ο Θεός.

Θα πρέπη να καλλιεργηθή, λοιπόν, η πνευματική δύναμις, η πνευματική φύσις του είναι μου, που μου χάρισε ο Θεός, θα πρέπη αυτό να ομιλήση, θα πρέπη να καλλιεργηθούν οι αισθήσεις οι πνευματικές, οι καλούμενες «νοεραί αισθήσεις»(11), διότι αυτές μπορούν να ψηλαφήσουν τον Θεόν και ιδιαίτερα αυτό που το λέμε «το νοερόν». Το νοερόν μπορεί να έχη την τάσι του προς τον Θεόν και, κατά κάποιον τρόπον, να απευθύνεται προς τον Θεόν — θα λέγαμε εμείς, να ομιλή προς τον Θεόν. Οπότε εδώ, θα πρέπη το νοερόν να ενωθή απόλυτα και με το λογιστικόν, με τον λόγον, όπως το λέμε, για να είναι όλο αυτό το πνευματικό «είναι» της υπάρξεώς μου εστραμμένο προς τον Θεόν, απευθυνόμενο προς τον Θεόν, κατευθυνόμενο προς τον Θεόν.

Έτσι, ευθύς αμέσως, έχω την αίσθησι του διαλόγου, και όχι ακόμη του διαλόγου, αλλά της κραυγής, διότι εφ' όσον παλεύω ακόμη και δεν έχω νικήσει, ο Θεός είναι μακράν. Εγώ είμαι εδώ και ο Θεός είναι επάνω στον ουρανό. Εγώ είμαι ο φθαρτός και Εκείνος είναι ο άφθαρτος. Εγώ είμαι γη και Εκείνος είναι αιθήρ. Εκείνος είναι ουράνιόν τι. Εκείνος είναι έτερον τι. Πώς, λοιπόν, θα μπορέσω να ενωθώ μαζί του ή να του μιλήσω; Δεν μπορώ να του φωνάξω, δεν μπορώ! Γι' αυτό κράζω. Όταν δεν σε βλέπω που είσαι, βγαίνω στο μπαλκόνι και φωνάζω• «Πάτερ Θεόκτιστεεε!» Και αν θα είναι κάπου εκείνος, θα μου απάντηση• και άμα θα τον ακούσω, τότε θα αρχίσω να διαλέγωμαι.

Εδώ είμαστε ακόμη εις τον χώρο τούτον, που δεν βλέπομε τον Θεό. Δεν ακούμε τον Θεόν. Δεν κατανοούμε τον Θεόν. Δεν γνωρίζομε τον Θεόν. Ζούμε μέσα εις μίαν τελεία άγνοια, εις μίαν τελεία, ουσιαστικώς, λήθη. Ούτε θυμάμαι τον Θεόν ούτε γνωρίζω τον Θεόν. Γι' αυτό και του κράζω συνεχώς, για να μπορέση να με λυπηθή, να μου απάντηση• και όταν θα μου απάντηση ο Θεός, τότε θα μπορέσω να αρχίσω να κάνω διάλογο. Ούτως άρχεται η προσευχή! Τώρα έχομε βιώματα, τα οποία, όπως είπαμε, ζούμε προκειμένου να προσευχηθούμε.

Αλλά ακόμη δεν έχομε αρχίσει, αντιλαμβάνεσθε, να προσευχώμεθα. Γι’αυτό βιούμε την προσευχή εις την πορεία της, όπως βλέπετε, εις την έναρξί της, ως μίαν εκ βάθους, εκ βαθέων της ψυχής κραυγή. Μπορεί να γίνεται η προσευχή και με τα χείλη. Μπορεί να γίνεται ακουομένης της φωνής. Μπορεί να γίνεται εδώ μέσα εις τον χώρο του στόματος, του φάρυγγος, του λαιμού. Μπορεί να γίνεται και μέσα από την καρδιά. Αντί να κινούνται οι χορδές οι φωνητικές, να κινούνται οι χορδές της καρδίας και να εξέρχεται από εκεί η κραυγή αυτή του πνεύματος. Δεν παίζει ρόλο. Αυτό που έχει σημασία είναι, ότι εκ βαθέων εκβάλλομε μίαν προσευχή. Ο αγωνιστής θα τα καταλάβη αυτά, θα τα ξεχωρίση, θα δη πότε μιλάει με το στόμα, πότε μιλάει με την καρδιά, πότε μιλάει το πνεύμα, διότι δεν είναι ακόμη να μιλήση η καρδιά• πρέπει το πνεύμα να μιλήση τελικώς εν τη καρδία. Σιγά-σιγά τα συνειδητοποιεί, τα ξεχωρίζει, τα μαθαίνει. Όπως, όταν σε δω πολλές φορές σε ξεχωρίζω, έτσι γίνεται και εδώ. Μπορεί, λοιπόν, να κινούνται τα χείλη, μπορεί και να μη κινούνται τα χείλη• εκείνο που έχει σημασία είναι, ότι θα πρέπη να βγή μία κραυγή εκ βάθους, η οποία σαν ένας βόμβος δυνατός, σαν ένας σεισμός, θα κατασείση τους ουρανούς και θα αναγκάση τελικώς τον Θεόν να απαντήση και να μας πη «τι βοάς προς με;»(12)

Μπορεί να είμαι όρθιος, για να δείξω μ' αυτό την τάσι μου, την φορά μου, την αγωνία μου, την ετοιμότητά μου. Μπορεί να είμαι γονατιστός, για να εκφράσω την ταπείνωσί μου και την αναξιότητά μου. Μπορεί να είμαι πρηνής, για να δείξω την ματαιότητά μου και την αποτυχία μου, την οποία είχα μέχρι τώρα, για να με λυπηθή πολύ περισσότερο και πολύ πιο σύντομα ο Θεός. Μπορεί να κάνω βόλτες με το κομποσχοίνι μου στο χέρι, φωνάζοντας ή μη φωνάζοντας, για να ξεπεράσω την αδυναμία μου, να ξεπεράσω τον ύπνο μου. Μπορεί να εργάζωμαι, για να διαλύσω την ακηδία μου. Μπορεί να ανεβοκατεβαίνω επάνω στο βουνό ή να κουβαλάω πέτρες, για να νικήσω την ασθένεια της σαρκός μου, διότι το πνεύμα μπορεί να γίνη πρόθυμο, αλλά η σαρξ συνεχίζει να έχη την ασθένειά της. Μπορεί να έχω οιανδήποτε στάσι και οιονδήποτε τρόπο• αυτό που θα πρέπη όμως να νοιώσω μέσα μου είναι, ότι βγαίνει αυτή η εκ βαθέων κραυγή, για να το ακούση κάποτε ο Θεός. Πολλές φορές φωνάζω «πάτερ Θεόκτιστεεε!... πάτερ Θεόκτιστεεε!...» και μετά από πέντε, δέκα, είκοσι φορές, μπορεί να με ακούση εκείνος, που είναι πίσω από κανένα βραχάκι ή που μπορεί να προσεύχεται την ώρα εκείνη ή να τραγουδάη ή να ψάλλη και να μην ακούη την δική μου την φωνή.

Θα πρέπη να τον ξυπνήσω, όπως έκανε ο Απόστολος, που πήγε εις τον Κύριον «Κύριε, καθεύδεις;»(13) του λέγει• «δεν βλέπεις τι τρικυμία έχει εδώ;» Και σηκώνεται —που δεν κοιμόταν ο Χριστός— και του λέγει• «Ησύχασε»• και μόλις είπε «σιώπα, πεφίμωσο»(14) στην θάλασσα, αμέσως σταμάτησε όλη εκείνη η λαίλαπα της θαλάσσης, θα πρέπη, λοιπόν -πώς σου φαίνεται ότι φεύγει η οροφή από τις φωνές τις πολλές ή πάει να σχισθή το στήθος σου, όταν από μέσα σου βγαίνη μία εναγώνια κραυγή- κάτι τέτοιο να γίνη στην προσευχή μας, για να μας ακούση ο Θεός. Το θέλει αυτό.

Μα δεν μας ακούει ο Θεός διαφορετικά ή δεν ξεύρει ο Θεός τι χρειαζόμαστε; Βεβαίως! Αλλά το κάνει αυτό ο Θεός, αφ' ενός μεν δια να του εκφράσωμε ημείς τον πόθο μας και να είναι κάτι το δικό μας• και δεύτερον, να συνειδητοποιήσουμε την ανάγκη μας και την γύμνια μας• και εκ τρίτου, για να μάθωμε να τον ζητάμε. Διότι, αν μας δοθή ο Θεός αμέσως, προτού εμείς κάνωμε όλα αυτά πού λέμε και τα βιώσωμε, όπως εύκολα τον κερδίζομε, έτσι εύκολα θα τον πετάξωμε, διότι δεν θα καταλάβωμε την αξία, την οποίαν έχει. Αν ο πατέρας σου σου δίδη εκατομμύρια, τα πετάς μέσα στους δρόμους. Αν χύσης τον ιδρώτα σου όμως, για να πάρης τελικώς πενήντα δραχμές την ημέρα με όλη σου την δουλειά, θα δης πώς θα κάνης τότε οικονομίες και θα νοιώθης τι σημαίνει χρήμα. Δεν το σκορπίζεις εύκολα. Έτσι ακριβώς, για να μη σκορπίσωμε μέσα στους ανέμους τον Θεόν, γι' αυτό ο Θεός θέλει να τον νοιώσωμε προηγουμένως, μ' αυτήν την δυνατή αγωνία της εκ βαθέων κραυγής, την οποίαν βγάζομε.

Ώστε, πρώτον: βιούμεν ως ένα αγώνα την προσευχή.

Δεύτερον: ως μίαν κραυγή εκ βαθέων, η οποία βγαίνει ποικιλοτρόπως, όπως λέγαμε προηγουμένως. Όταν όμως τώρα εμείς προχωρούμε και ζήσωμε την στροφή μας αυτή προς τον Θεόν, σαν μία κραυγή εκ βαθέων, τότε θα διαπιστώσωμε ότι η κραυγή μας δεν ακούγεται από τον Θεόν τελικώς. Πρέπει να μετατραπή, να μεταστραφή εις μίαν σιωπή μέσα εις ατμόσφαιρα σιωπής.

Ο Θεός είναι Θεός σχολαζόντων και σιωπώντων και αυτό θα το νοιώσωμε τότε, αφού κραυγάσωμε εις τον Θεόν. Όσο και να μιλούμε περί σιωπής, δεν θα καταλάβωμε την σημασία της και την έννοιά της, εάν δεν περάσωμε από τα σκαλοπάτια αυτά τα αλληλοδιάδοχα. Γιατί; Τι σημαίνει αυτό που λέμε τώρα πάλι «σιωπή»; Τι πράγμα είναι; Όταν φωνάζης, δεν ακούς τον άλλον πρέπει να σταματήσης για να τον ακούσης• ή όταν γίνεται θόρυβος γύρω σου, η δική σου φωνή μπερδεύεται και δεν ακούγεται και δεν ξεχωρίζεται. Θα πρέπη να σταματήσουν πάντες, να σταματήσης και συ, για να ακούσης τον άλλον. Και αν κουβεντιάζουν, θα τους πης πρώτα«σσς! σσς!» και μετά θα μιλήσης, για να ξεχωρίση η δική σου φωνή. Αυτό το βίωμα και αυτήν την πραγματικότητα θα την ζήσωμε και στην στροφή της ψυχής μας προς τον Θεόν.

Εν τη προόδω της, λοιπόν, η προσευχή μας —τι σημαίνει εν τη προόδω— εν τη εξόδω της, όταν πάη να βγή η προσευχή από μέσα μας, για να γίνη όντως μία κίνησις προς τον Θεόν, θα δούμε ότι είναι μία «σιωπή εν σιωπή», μέσα στην σιωπή. Τουτέστιν, απόλυτος σιωπή. Επομένως, ή θα πρέπη να ξεύρω και να μαθαίνω —και είναι απαραίτητο να μαθαίνω και να ξεύρω— να προσεύχωμαι μέσα εις τους θορύβους, διότι είναι αδύνατον να επιτύχωμε την ησυχία την απόλυτον, ή θα πρέπη να κυνηγάω, και οπωσδήποτε θα πρέπη να κυνηγάω την απόλυτον σιωπή δια την προσευχή, όσο είναι δυνατόν. Ακόμη και το κελάηδημα του πουλιού και το κελάρυσμα του ποταμού ή του ρύακος, ο οποίος διέρχεται από πλάϊ μας, ακόμη και το φύσημα του ανέμου, σου διακόπτει την προσευχή και ξεπερνάει την δική σου την λέξι που βγαίνει. Εάν δεν το ξεύρης δε αυτό, δεν κάνεις τίποτα. Θα πρέπη να μάθωμε και μέσα στην απόλυτον σιωπή να προσευχώμεθα• δι' αυτό και η μεγάλη σημασία της νυκτός — εις λόγος της μεγάλης σημασίας της νυκτός! Θα προσεύχωμαι μέσα στον θόρυβο, ιδίως όμως θα κυνηγάω την απόλυτον σιωπή, για να μπορέσω να μιλήσω εις τον Θεόν. Ο Θεός ιδιαιτέρως απαντάει σ' εκείνους, οι οποίοι σιωπούν εν χώρω σιωπηλώ. Εν ησυχία, λοιπόν, σιωπή.

Θα πρέπη, όταν εγώ κραυγάζω εις τον Θεόν, να σταματήσω. Δια της αναπνοής, εισπνέω και εκπνέω. Αλλά η ώρα, που μπορώ και προσέχω και παρακολουθώ —άμα θα την προσέξω— θα δω ότι είναι ακριβώς η στιγμή, η μεσάζουσα εκείνη στιγμή της ανακοπής, του σταματήματος, στο μεσοδιάστημα εκείνο μεταξύ εισπνοής και εκπνοής. Εάν δεν μάθω να αναπνέω καλά, θα είναι συγκεχυμένη και η ζωή μου και η αναπνοή μου και η προσευχή μου και τα πάντα. Θα πρέπη να ξεύρω να έχω αυτό το μεσοδιάστημα, αυτό το ακρόαμα, το στήσιμο του αυτιού μου, και θα δω ότι αυτό είναι το βασικό εις την προσευχή και όχι οι δικές μου οι φωνές. Εάν δεν φωνάξω, δεν θα μάθω αυτό το τόσον απλούν και εύκολο πράγμα. Εάν φωνάξω, τότε θα το διαπιστώσω, ότι έτσι γίνεται ακροατής η ψυχή μου και ακροώμενος ο Θεός.

Θα δω ότι αυτό είναι το σπουδαιότερο: το στήσιμο του αυτιού μου εν απολύτω ησυχία. Θα πρέπη να μάθω, λοιπόν, να σιωπώ, δηλαδή θα πρέπη να μάθω να ακούω, θα πρέπη να μάθω να περιμένω, να προσδοκώ την φωνή του Θεού. Μέσα εις την σιωπή αυτήν τότε θα ακούσω τον κτύπο της καρδιάς
μου, τον κτύπο, όχι της σαρκικής μου καρδιάς, αλλά θα νοιώσω το ζωογονούν το πνεύμα μου, την υπόστασί μου, και που δεν είναι άλλο παρά μόνον το Πνεύμα το Άγιον. Τα πάντα παρέχονται από το Άγιον Πνεύμα.

Εάν θα φθάσω εις την σιωπή, τότε θα μπορέσω να καταλάβω την πνεύσιν αυτήν και θα ακούσω το θρόισμα των πτερών του Αγίου Πνεύματος και θα συνειδητοποιήσω την εγγύτητα του Αγίου Πνεύματος και θα επιποθήσω την πρόσληψι του Πνεύματος και θα καταλάβω τι σημαίνει «ουδέ εί εστι Πνεύμα Άγιον οίδαμεν». Θα καταλάβω ότι πράγματι τόσα χρόνια και στον κόσμο που ήμουν και στο μοναστήρι που είμαι, δεν έμαθα τι σημαίνει Άγιον Πνεύμα• «ουδέ ει Πνεύμα Άγιόν εστιν ηκούσαμεν» και οίδαμεν(15).

Το λέμε ίσως εν τη ταπεινώσει μας, τουτέστιν εν τη ταπεινολογία μας, δεν το κατανοούμε όμως, αγαπητοί μου. Η Αγία Γραφή είναι κάτι που θέλει χώρησι, ενοίκησι. Δεν ενοικείται, δεν βιούται από μας, διότι ζούμε μίαν καθαρώς εξωτερική ζωή. Μιλάω τώρα δια την Αγίαν Τριάδα, ας πούμε, και λέγω• «Η Αγία Τριάς είναι τρία πρόσωπα, είναι μία φύσις, είναι τούτο, είναι εκείνο... Ο Χριστός ήταν δύο φύσεις, ήταν όμως μία υπόστασις, ήταν ένα πρόσωπο». Τι σημαίνει αυτό; Δεν καταλαβαίναμε πιο πολλά από ό,τι καταλαβαίνουν και οι υπόλοιποι κοσμικοί άνθρωποι. Γιατί; Διότι αυτά μπορεί μεν να τα λογιζώμεθα, αλλά τα κατανοούμε μόνον εν τω πνεύματι ημών, δια του Πνεύματος.

Χρειάζεται μία αποκάλυψις, όπως έγινε εις τον Ιωάννη• και τι ωραία που λέγει η παράδοσις ότι έσπασε ο βράχος εκεί, που ήταν μέσα στην σπηλιά, και αμέσως έγινε εκείνο το θρυμμάτισμα και οι τρεις εκείνοι κόμβοι, που τον ανανέωσαν και τον έκαναν να κατανοήση το μυστήριο της Αγίας Τριάδος, και έγραψε αμέσως τα περί Αγίας Τριάδος και βεβαιώθηκε ο άγιος Ιωάννης. Ωραιοτάτη παράδοσις! θα πρέπη να σχισθή, αγαπητοί μου, η οροφή δια της πνεύσεως του Πνεύματος και να το δω, για να το καταλάβω. «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος»(16). "Αντε να τα κατανοήσης, πολλώ μάλλον να τα ζήσης και να τα γράψης. Θα πρέπη να σου τα εμπνεύση ο Θεός. Αυτό σημαίνει ότι τα εμπνέει ο Θεός.

Έρχεται σιγά-σιγά το βίωμα και προχωράει μέσα στην ψυχή μας και καταλαμβάνει χώρο ο Θεός μέσα στην δική μας την ύπαρξι• και σμίγονται τα βήματα του και οι φωνές του με τα βήματά μας και με τις φωνές μας και τότε γινόμαστε ένα μαζί με τον Θεόν. Τότε αποκτούμε το βίωμα της υπάρξεως και νοιώθομε την έννοια της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος και αρχίζομε να επιθυμούμε να κατακτήσωμε το Πνεύμα το Άγιον, για να μπορέσωμε κάποτε να πούμε• «Ελθέ και σκήνωσον εν ημίν, Πνεύμα Άγιον, και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος», διότι κηλίδες είναι γεμάτη μέσα η ψυχή μας, γεμίζουν την ψυχή μας και δεν μπορούμε εμείς να κάνωμε τίποτε.

Όταν θα γίνη, αγαπητοί μου πατέρες και αδελφοί, αυτό το πράγμα, δηλαδή όταν καταλάβωμε την εγγύτητα του Πνεύματος και την ανάγκη της παρουσίας του —ακόμη δεν φθάσαμε στην πρόσκτησι του Πνεύματος— τότε βλέπομε και κτυπάει η καρδιά μας πιο έντονα. Έχετε προσέξει, όταν χαρούμε, όταν μας πούνε «έρχεται ο τάδε», που τον περιμέναμε, «έρχεται ο τάδε» που τον φοβόμαστε, πώς κτυπάει γρηγορώτερα η καρδιά; Ένα τέτοιο εσωτερικό πνευματικό βίωμα έχομε. Νοιώθομε την μυστική, εναγώνια εκείνη πλέον προσδοκία, που εκφράζεται εξωτερικά, για να την καταλάβωμε, που την λέμε με την έννοια αυτή, του κτύπου της καρδιάς. Είναι πνευματικά βιώματα και δεν μπορούν να αποδοθούν, παρά μονάχα με σκιές σωματικών παραλληλισμών και παραβολών.

Έχομε, λοιπόν, την μυστική εναγώνια προσδοκία και αποκαραδοκία. Όταν θα λάβωμε το βίωμα αυτό της μυστικής εναγώνιας προσδοκίας, τότε θα προχωρήσωμε και θα έχωμε πλέον την σιωπηλή εντρύφησι, αυτό που λέμε: την πρόγευσι της ελεύσεως του Πνεύματος και της επιγνώσεως της παρουσίας του Θεού.

Προσέξτε να τα καταλάβετε. Να τα εξηγήσωμε χειροπιαστά, πατέρες μου, δεν είναι εύκολο. Πρέπει να τα ζητήσουν οι ψυχές μας και θα γίνη αυτό που λέγει ο Κύριος «ζητείτε, και δοθήσεται υμίν, κρούετε, και ανοιγήσεται υμίν»(17). Άμα εσείς θα τον φωνάζετε, ευρεθήσεται. Αυτά που δεν καταλαβαίναμε, θα τα καταλάβωμε. θα μας τα πη το ίδιο το Πνεϋμα το Άγιον. Ουδείς μπορεί να γίνη διδάσκαλος, παρά μόνον ο Χριστός. «Δίδαξον ημάς πώς δει προσεύχεσθαι»(18). Πας διδάσκαλος είναι μια φτωχιά φωνή, που μπορεί να μας κάνη μονάχα να πούμε• «Α, δεν καταλαβαίνει τίποτε και δεν ξεύρει τίποτε• θα πάω απ' ευθείας στον Χριστό!» Μόνον αυτήν την έννοια μπορεί να έχη πας ο οποίος μας ομιλεί περί προσευχής. Πας έτερος είναι ένας δημαγωγός, ένας απατεών να μας κάνη να καταλάβωμε πως δεν μπορεί τίποτε να μας μάθη, για να πούμε• «Πνεύμα, πού είσαι επί τέλους, να μου μάθης εσύ!»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου