Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Ἡ αὐτοβιογραφία μου. Ὅσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794), μέρος 12ο. ‘Δόκιμος στή μονή τοῦ Λιουμπετς’


Εικόνα ΔΟΚΙΜΟΣ ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΛΙΟΥΜΠΕΤΣ
Καθώς πλησίαζα στο μοναστήρι, βλέπω σιδερένια οδοφράγματα τοποθετημένα έως τον Δνείπερο ποταμό και φρουρά να στέκεται εκεί. Το μοναστήρι βρισκόταν πίσω από τη φρουρά. Με κατέλαβε φόβος και δεν ήξερα τί να κάνω. Μην έχοντας επάνω μου καμία γραπτή μαρτυρία για το ποιος είμαι, φοβόμουν ότι ή φρουρά θα με συλλάβει. Παρακάλεσα από όλη μου την ψυχή τον Θεό, όπως Αυτός γνωρίζει, να με φυλάξει από τούτο τον πειρασμό. Προχώρησα προς τη φρουρά. Και τότε, χάρη στη θεία Πρόνοια, πέρα από κάθε ελπίδα, είδα έναν μοναχό πού από την πόλη πήγαινε προς το μοναστήρι από την άλλη μεριά τού οδοφράγματος, ό όποιος, μόλις πλησίασε τη φρουρά, στάθηκε και με κοίταζε. «Όταν πλησίασα οι φρουροί με ρώτησαν: «Από που είσαι;» Αυτός αμέσως, προτού απαντήσω, τούς απάντησε τάχα με έκπληξη:«Τί τον ρωτάτε από που είναι; Δεν γνωρίζετε ότι είναι δόκιμος της μονής και ότι επιστρέφει στο μοναστήρι;» Μόλις άκουσαν αυτό οι φρουροί με άφησαν να περάσω. ’Έσπευσα προς τον τίμιο αυτό μοναχό, τού έβαλα μετάνοια, και μόλις αντιλήφτηκα ότι είναι ιερομόναχος, ασπάστηκα την αγία δεξιά του.
Τον ευχαρίστησα για την τόση του Αγάπη, και δόξασα την ανεξερεύνητη Πρόνοια τού Θεού, πού με φύλαξε από αυτόν τον πειρασμό. Ό τίμιος αυτός ιερομόναχος, πού λεγόταν ’Αρκάδιος, με πήρε μαζί του και με οδήγησε στην ιερά εκείνη μονή, εκεί στο κελί του, ώσπου να έρθει ό ηγούμενος, ό όποιος έλειπε κάπου για δουλειές τού μοναστηριού. Με πήρε μέσα στο κελί, και ώσπου να έρθει ό ηγούμενος μού μιλούσε με λόγους ψυχωφελείς, ήθελε δέ, αν αυτό το επέτρεπε και ό ηγούμενος, να με πάρει για σύγκελλό του. ’Αλλά και εγώ, επειδή είδα ότι ήταν άνθρωπος πνευματικός, λογικός και γεμάτος από φόβο Θεού, ήθελα, εφόσον θα ήταν δυνατόν, για χάρη της πνευματικής μου καθοδηγήσεως να ζήσω κοντά του.
Όταν ήρθε ό ηγούμενος στο μοναστήρι, μού τον έδειξε από το παράθυρο τού κελιού του λέγοντάς μου: «Να, αυτός πού στέκεται στη μέση τού μοναστηριού είναι ό ηγούμενος. Κοίτα τον, αδελφέ, και πες αν και σέ σάς εκεί στο Κίεβο έτσι περπατούν οι ηγούμενοι. Τον κοίταξα και τον είδα κοσμημένο με σταχτιά γενειάδα, να φοράει ένα μαύρο χοντρό μάλλινο επανωφόρι, και θαύμασα πολύ την ταπείνωσή του, πώς ηγούμενος αυτός φοράει τόσο φτωχικό ένδυμα• γιατί από τότε πού γεννήθηκα δεν είχα δει άλλους ηγουμένους ντυμένους τόσο φτωχικά. Στη συνέχεια ό γέροντας εκείνος φόρεσε το ράσο του, και με οδήγησε στον ηγούμενο, στου όποιου έπεσα τά πόδια ζητώντας την ευλογία του. Αφού με ευλόγησε κατά τη συνήθεια, με ρώτησε: «Από που είσαι, αδελφέ, και για ποιο λόγο ήρθες στο μοναστήρι μας;»
Εγώ του απάντησα ότι είμαι από την περιοχή τού Κίεβου, και ότι ήρθα στην ιερά μονή ώς δόκιμος, και το όνομά μου είναι Πέτρος. Μόλις το άκουσε, χάρηκε πολύ και μού είπε: «Ευχαριστώ τον παντελεήμονα Θεό μας διότι σέ έστειλε ώς δόκιμο. «Έως τώρα είχαμε έναν δόκιμο, ό όποιος διακονούσε ώς δοχειάρης και λεγόταν Πέτρος. Πριν δύο μέρες μάς έφυγε, και τώρα παραδίδω το ίδιο διακόνημα σέ εσένα πού έχεις το ίδιο όνομα». Ακούοντας το αυτό ό τίμιος εκείνος ιερομόναχος απόρησε και είπε στον ηγούμενο: «Πάτερ άγιε, αυτός ό αδελφός μόλις πού ήρθε στο μοναστήρι και τίποτε δεν γνωρίζει από τις μοναστηριακές συνήθειες. ’Αν ευδοκήσεις, ας μείνει στο κελί μου, ώσπου, κάτω από τις οδηγίες μου, να μάθει κάτι για τά διακονήματα τού μοναστηριού και τότε τού καθορίζεις όποιο διακόνημα θελήσεις».
Ό ηγούμενος απάντησε: «’Άν είχαμε, αδελφέ, κάποιον δόκιμο κατάλληλο γι’ αυτό το διακόνημα, ευχαρίστως θα εκπλήρωνα την επιθυμία σου, επειδή όμως, όπως βλέπεις, δεν έχουμε κανέναν, γι’ αυτό σ’ αυτόν τον αδελφό, έστω και αν ήρθε τώρα, καθορίζω αυτό το διακόνημα εξαιτίας της ανάγκης». Μόλις άκουσε την απάντηση ό τίμιος εκείνος ιερομόναχος έβαλε μετάνοια και έφυγε στο κελί του. Ό ηγούμενος διέταξε να ανοίξουν το δοχείο, με έβαλε μέσα και μού έδειξε όσα υπήρχαν εκεί, καθώς και την τάξη του διακονήματος, σέ τί ποσότητα να δίνω από εκεί στους μάγειρες τά απαραίτητα για την τράπεζα τών αδελφών και πού χρειάζονταν αυτά, δηλαδή ό χυλός, το ψάρι, το λάδι, το αλεύρι, το σιμιγδάλι και τά υπόλοιπα. Μού έδωσε και τά κλειδιά. Εγώ έβαλα μετάνοια και ζήτησα την ευλογία του, αυτός δέ με διέταξε να μείνω σέ ένα κελί όχι μακριά από το δικό του, όπου σέ ένα δωματιάκι ζούσε και ό ιε-ρομόναχος Ιωακείμ πού ανέφερα. Εγώ έμεινα σέ ένα μεγάλο κελί μαζί με έναν γέροντα μοναχό και έναν δόκιμο.
Εκτελούσα λοιπόν τη διακονία μου με ευχαρίστηση, μολονότι ήταν πολύ πέρα από τις δυνάμεις μου. Καθημερινώς, όχι μία και δύο φορές αλλά πολλές, σήκωνα τη βαριά πέτρα πού σκέπαζε τον χυλό και σηκώνοντάς την, πάνω από τις δυνάμεις μου, την τοποθετούσα ξανά με πολύ μεγάλη δυσκολία. Με αυτήν τη δουλειά, και ή λίγη υγεία πού είχα, βλάφθηκε πολύ.
Δεν τολμούσα καθόλου να μιλήσω γι’ αυτή στον άγιο καθηγούμενο, αλλά όσο μπορούσα, με ευγνωμοσύνη υπέμενα το έργο αυτό, παρακαλώντας τον Κύριο να με δυναμώσει. Εργαζόμουν φορώντας τά κοσμικά ρούχα με τά όποια είχα έρθει στο μοναστήρι, και επιθυμούσα πολύ να φορέσω τά μαύρα, όταν μπόρεσα δέ να αποκτήσω ράσο από απλό μαύρο ύφασμα, το οποίο και φόρεσα, δεν ήξερα τί να κάνω από την απερίγραπτη χαρά μου. Με τον καιρό, όταν πια κοιμήθηκε και εκείνος ό γέροντας μοναχός πού ζούσε μαζί μου, άφησε μια ενδυμασία από χοντρό σταχτί ύφασμα. Ό ηγούμενος με κάλεσε και μού την έδωσε λέγοντάς μου «Αν σού αρέσει αυτή ή ενδυμασία, φόρεσε την».
Εγώ τού έβαλα μετάνοια και παίρνοντας την ευλογία του πήγα στο κελί μου, έβγαλα τά κοσμικά μου ρούχα και με τέτοια χαρά ντύθηκα αυτά πού μού έδωσε ό ηγούμενος, πού τά φίλησα πολλές φορές σαν να ήταν κάτι το ιερό. Και τά φορούσα συνέχεια, ώσπου έλιωσαν επάνω μου, και ευχαριστούσα τον Θεό, πού αντί για τά κοσμικά ρούχα πού φορούσα έως τώρα, αξιώθηκα αυτά πού έπρεπε, τά μοναστηριακά. Φορώντας τα με χαρά, εκτελούσα το διακόνημα πού μού είχε οριστεί, αρχίζοντας με τον Όρθρο, και τελειώνοντας αργά το βράδυ.
Κάπου κάπου, ενώ ήμουν νύχτα στο κελί μου, με καλούσε εκείνος ό τίμιος ιερομόναχος Ιωακείμ να τού διαβάσω τον κελιωτικό κανόνα. Για χάρη αυτού είχα έρθει ειδικώς στο μοναστήρι αυτό, για να λάβω τη συμβουλή του και καθοδήγηση περί της αποφάσεως πού είχα πάρει, γι’ αυτό όμως, έστω και αν έβρισκα την ευκαιρία, δεν τολμούσα καθόλου να τού μιλήσω, παρά απλώς απόθετα μόνο στον Θεό όλη την ελπίδα μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου