Του Φιλαλήθη
Ι. Εισαγωγικά
Ένα πρόβλημα μέγα της σημερινής
«προοδευτικής» και ριζοσπαστικής κοινωνικά διανόησης είναι, μαζύ με αυτή
μεγάλου μέρους του «αναρχοαυτόνομου»/ νετσαγεφικού κατ’ ουσία χώρου, –
δανείζομαι τον όρο από τον Β. Ραφαηλίδη -, ότι απόζει από την ίδια δυσωδία εν σχέσει με το κατεστημένο. Αυτή η «δυσωδία» είναι, για να θυμηθούμε λίγο και τον Μαρξ και τις ασφυκτικά ταξικές του, και αντιπερσοναλιστικές[1] άρα, κατηγοριοποιήσεις, η του αστικού και «μικροαστικού ρασιοναλισμού». Αυτή της μεταφυσικής του Λόγου.

Η καταγωγή αυτή της απολυτοποίησης του
Λόγου είναι βεβαίως ο σκοτεινός Δυτικός Μεσαίωνας, όπου είχαμε τον
σχολαστικισμό να αναπτύσσεται και να καταξιώνεται θεσμικά, εν αντιθέσει
με την Ορθόδοξη Ανατολή, όπου καταξιώνεται ο Ησυχαστής, και
«εμπειριστής», άρα, Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αρχιεπίσκοπος
Θεσσαλονίκης, στις σχετικές «έριδες»[3]… Ο σχολαστικισμός, όπως αναλύει και ο καθηγητής π. Ι. Ρωμανίδης στο «προπατορικόν αμάρτημα» και αλλαχού, είχε ως βάση του[4]
την κτίση της ανθρώπινης ψυχής κατ’ εικόνα του Θεού (analogia entis),
ώστε να είναι τριμερής, και να δύναται να γνωρίση, ως το ύψιστο
αντικείμενο γνώσεως, την Ουσία του Θεού δια της διανόησης,
του Λόγου. Το βασικόν είναι, λοιπόν, ότι βάσει της Παπικής Θεολογίας,
που ιδιαίτερα ανέπτυξε ο Θωμάς Ακινάτος/Ακινάτης (πατήρ του
σχολαστικισμού) στην «Summa Theologica» και αλλού, ο Θεός είναι
αντικείμενο «υπερφυσικής γνώσης» δια του φιλοσοφικού στοχασμού (!).
Απεναντίας, στην καθ’ ημάς Ανατολή αναγνωρίζεται και καταδείχνεται ένα
επιπλέον όργανο γνώσης, εν προκειμένω της «υπεραισθητής και υπερνοητής γνώσης», το κέντρο της υπάρξεως, που ονομάζεται εκάστοτε καρδία ή νους ή πνεύμα.
ΙΙ. Της «Δύσεως» (το δίπολο)
Ο
ορθολογισμός και ιδιαίτερα ο ανορθολογισμός είναι έννοιες που συχνότατα
απαντούμε σε «φωταδιστικά» κείμενα, αποδεχόμενα τα δόγματα της
«φιλοσοφίας των Φώτων» και το φιλοσοφικό δόγμα της προόδου[5]. Πράγματι, ο επιθετικός μάλλον, παρά κατηγορηματικός, προσδιορισμός που προτάσσεται σε αυτό το ουσιαστικό είναι «θρησκευτικός». Ως εδώ, δεν υφίσταται κάποιο πρόβλημα. Χριστιανικά, απορρίπτουμε τον ιδεαλισμό, την μεταφυσική και την θρησκεία.
Αλλά, συνήθως, και λόγω του σχετικού απαίδευτου και της μάλλον
παθητικής αγκύλωσης, στην «θρησκεία» καταλέγεται και ο χριστιανισμός
στην γνήσιά του μορφή, δηλαδή αυτή της Ορθοδοξίας, κατά το είδωλο που
έχει πλασθή στην διάνοια του γράφοντος, συνήθως, κατά δύστηνη συγκυρία,
μέσα από αθεολόγητα (και αν-ιστόρητα) στερεότυπα.

Η σχολή της Φρανκφούρτης με κύριους εκφραστές της τους Theodor Adorno, Max Horkheimer και Herbert Marcuse
νομίζω, ότι έχει θέση και τάμη αυτό το ζήτημα με «ανοικτούς ορίζοντες»
που σπανιότατα βρίσκουμε σε (δογματικούς φιλοσοφικά) μαρξιστές, όπως ο
Λένιν, ο Στάλιν, ο Κρούστσεφ ή ο Mao Zedong. Ο Horkheimer ιδιαίτερα που
υποτίθεται, ότι κινείται κριτικά στα πλαίσια του Lukacs και του ιδίου του Marx, στο δοκίμιό του για το «τέλος του Λόγου» (1941), αναφέρει συνεχώς τις ρίζες του δυτικού ορθολογισμού (ρασιοναλισμού) και τις ορθολογικές ρίζες του ανορθολογισμού.


Ποιες είναι αυτές οι συνέπειες; Ο αντι-ανθρωπισμός, ο ανορθολογισμός,
ο φασισμός, ο εθνικοσοσιαλισμός και ο σταλινισμός, όπως και ο ίδιος ο
Horkheimer θα αναλύση στο προαναφερόμενο μικρό του δοκίμιο αυτό (ονόματι
«το τέλος του Λόγου»). Πράγματι, εδώ συναντα/-ούν και το πνεύμα του Νικ. Μπερντιάγεφ που έγραψε, και έδρασε πιο πριν, βέβαια: κατ’ αυτόν, ο υπεράνθρωπος του Νίτσε είναι αποτέλεσμα της (αυτό)θεοποίησης του ανθρώπου του (αστικού) ουμανισμού.
Ο αστικός ουμανισμός θέλησε να αποκαθηλώση (φαντασιακά) τον Θεό και να
εγκαταστήση εκεί τον άνθρωπο. Ο τελευταίος δεν άρκεσε, όμως. Στάθηκε
«σμικρός». Έτσι, ο Νίτσε που τόσον εμίσησε τον ριζοσπαστισμό του
(γνήσιου) χριστιανικού πνεύματος, τον οίκτο και την ευσπλαχνία, την
συγκατάβαση και την εξισωτική συγκατάβαση, εξύμνησε τον υπεράνθρωπο, τον ελευθερωτή, κατ’ επέκταση τον fuhrer, τον απόλυτο αρχηγό, τον – κατ’ εξοχήν καταστρέφοντα τον δυτικό «ορθολογιστικό ουμανισμό» – τύραννο.
ΙΙΙ. Περί ελληνικής αριστεράς και δυτικοαστικού διαφωτισμού
Οπωσδήποτε, όπως είδαμε και πιο πριν,
στην Δύση και τα ρεύματά της έχει γίνη έως και συνθλιπτικά βαρεία ως
ισοπέδωσης κριτική του ‘διαφωτισμού’, των εκγόνων του και των σχετικών
ρευμάτων. Εδώ θα μπορούσε κάποιος να θυμηθή π.χ. τον Nietzsche της «γενεαλογίας της ηθικής» ή του «Τάδε έφη Ζαρατούστρα». Αυτός
θεωρήθηκε από πολλούς ως ένας από τους πιο δριμείς σφυροκόπους κατά
αυτών των «ριζών» του δυτικού πολιτισμού. Μαζί με αυτόν, αναφέρεται και ο
Έρρικος Ίψεν, ο Leon Bloy κ.α..[7]
Οπωσδήποτε δε, στους εχθρούς του αστισμού, τουλάχιστον μέχρι κάποιο
επίπεδο, πρέπει να εντάξουμε και κάποιους από τους «nouveaux
philosophes», όπως τον πασίγνωστο Πασκάλ Μπρυκνέρ, ο οποίος σε ενδιαφέρον δοκίμιό του για τον περί υγιείας αυτοσκοπό εκφράζει εξόχως αποκηρυτικές θέσεις για το πνεύμα του τυπικού αστού.
Αλλά στην ελληνική αριστερά, είτε
μαρξιστική είτε νεομαρξιστική ή φροϋδομαρξιστική είτε ανανεωτική είτε
αναρχομαρξιστική είτε αστική ουμανιστική είτε της κοινωνικής οικολογίας
είτε της αυτονομίας, από το Κ.Κ.Ε. έως την «περιεκτική δημοκρατία» και
συναφή αξιόλογα ρεύματα σε πολιτικό επίπεδο, υπάρχει το πρόβλημα και πρόσκομμα και τροχοπέδη της πλήρους παραγνώρισης αυτών των ρευμάτων. Δεν θα ήμασταν μακρυά από την πραγματικότητα, αν κάναμε λόγο για κατάλοιπα της δυτικοευρωπαϊκής διανόησης του 19ου αιώνα, όπως, παρηλλαγμένο, ο (εξαίρετος) Κ. Ζουράρις παληότερα το είχε θέση επιτυχώς[8], ευρισκόμενος σε ένα τότε εν ισχύι και μάλλον φέρελπι, ως προς το προκείμενο θέμα μας, ρεύμα της ανανεωτικής αριστεράς,
το ΚΚΕεσ. Βεβαίως, αυτή η διαγωγή είναι παρεκβατική από το ηθικιστικό
πολιτικό πρόταγμα της αριστεράς, όπως λέει εδώ καταλεπτώς, γλαφυρώς και
λίαν επιτυχώς ο Μπερντιάγεφ:
«Στην
σφαίρα της θρησκευτικής συνειδητότητας, το σοσιαλιστικό προλεταριάτο
έχει οικειοποιηθή για τον εαυτό του τον παληό αστικό αθεϊσμό και την
παλιά αστική υλιστική φιλοσοφία, στην ηθική σφαίρα την παλιά
αστική ωφελιμιστική ηθική, στην σφαίρα της τέχνης έχει κληρονομήση την
αστική αποξένωση από το κάλλος, την αστική απέχθεια για τον συμβολισμό
και την αστική αγάπη για τον ρεαλισμό».


ΙV. Επιλεγόμενα
Όπως είδαμε και πριν, αυτή η κριτική στις
φιλοσοφικές βάσεις της εγχώριας σύνολης («ριζοσπαστικής» και
«επαναστατικής») αριστεράς έχει γίνη από άκρως σημαίνουσες
προσωπικότητες που βάσει της στοιχειωδέστερης επιστημονικής αρχής,
υποβάλλουν σε κριτική εξέτασι τις βεβαιότητές τους. Δεν είναι μόνον ο
ανορθολογισμός, αθεοκρατικός, εθνικοσοσιαλιστικός, σταλινικός,
θεοκρατικός, αποτέλεσμα της Δύσεως και του δυτικού ορθολογισμού, αλλά και ο ίδιος ο Διαφωτισμός είναι ανορθολογισμός, όπως διαβάζουμε σχετικά: «Ο ανορθολογισμός του συνάγεται άμεσα από τη φύση του κυρίαρχου Λόγου και από τον κόσμο που αντιστοιχεί στην εικόνα του»[18].
Συνεπώς, η ελληνική αριστερά, με όλα της τα ρεύματα, ριζοσπαστικά και
μη, πρέπει να αναστοχαστή επί αυτών, να προσκτήση στοιχειώδη συνείδησι
των σχετικών προβλημάτων, και της εξέλιξης της σχετικής προβληματικής εν
τω χρόνω.
Έτσι, νομίζω, ότι μπορεί να υπάρξη αντίληψι, αν κυριαρχήση η νηφαλιότητα, του ψευδούς και ανορθολογιστικού χαρακτήρα της «ορθολογικής μεταφυσικής», και, επί πλέον, του επιστημονικού, θετικού και εμπειρικού χαρακτήρα της θεοπτικής θεολογίας της Ρωμηοσύνης. Κάτι τέτοιο αποτελεί θεμέλιο ενός (χριστιανικού, κατά βάσιν) «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο» που οι προϋποθέσεις της Δύσεως δεν της επέτρεψαν να αναπτύξη ως κυρίαρχο ρεύμα[19]. Αυτός είναι και ο γνωστός στους φιλέρευνους «ρωσικός σοσιαλισμός» του Ντοστογιέφσκι, για τον οποίον δημοσίευσε[20] το τελευταίο κείμενο του (εδώ) βίου του, μία ημέρα μετά τον αιφνίδιο θάνατό του από αιμορραγία. Τι άλλο;

Σημείωση: Το παρόν δημοσιεύεται για πρώτη φορά με την καλοσύνη του συγγραφέα – συνεργάτη μας. Διατηρήθηκε η ορθογραφία του.
[1] =αρνούμενες το ανεπανάληπτο «πρόσωπο»/προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου
[2]
Του διαυγώς δυτικιστή και αστού που γράφει για το Ευρωπαϊκό πνεύμα,
όπως μας το μεταφέρει ο π. Γ. Μεταλληνός εδώ, ενδεικτικώς, και σε
συντομευμένη μορφή: «Από τον Αυγουστίνο, που κήρυττε το «credo, ut intelligam» (=πιστεύω, για να καταλάβω) ως τον Καρτέσιο, πατέρα του «cogito, ergo sum», με κορύφωση της τη θεοποίηση της ratio/raison
από τον τέκτονα Ροβεσπιέρο (1793), διαμορφώνονται οι «πνευματικές»
προϋποθέσεις της Δυτικής Ευρώπης και συγχρόνως τα θεμέλια της ευρωπαϊκής
παιδευτικής λειτουργίας».
[3] Ησυχαστικές – αντιησυχαστικές, π.χ. αυτή με τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό
[4] Εκτός της απουσίας διάκρισης μεταξύ ουσίας και ενεργειών του Θεού
[5] «ό,τι νεώτερο είναι και καλλίτερο», αδρομερώς
[6] Βλ παραδείγματα σύγκλισης στο: «Ανατολική και δυτική χριστιανοσύνη», π. Πλακίδα Deseille, Αρμός
[7] Βλ. το έξοχο κείμενο του Berdyaev περί αστικότητας/αστισμού(bourgeoisness) και σοσιαλισμού: http://www.berdyaev.com/berdiaev/berd_lib/1917_266.html
[8] Βλ. «Μισγάγκεια απεριονόητη»
[9] και καθηγητής Φιλοσοφίας στην Γενεύη
[10] «Η τραγωδία της πίστης», βλ. «Αργά βαδίζει ο Χριστός», εκδ. εν Πλω, 2008, σσ. 163-166, χαρακτηριστικό απόσπασμα:
«Η έκτη αιτία λόγω της οποίας η
πίστη μέσα στους ανθρώπους υπομένει ήττα είναι η κοινωνική αδικία. Ένας
άνθρωπος[…] όταν κοιτάζει και την αδικία, που πράττει ένας άνθρωπος στον
άλλον, η πίστη του μουδιάζει σαν φλόγα κάτω από την νεροποντή. Κάποια
κομμάτια των εργατών στον κόσμο, διαμαρτυρόμενα εναντίον της άδικης
μοιρασιάς του πλούτου στη γη, βρίσκουν αναγκαίο να διαμαρτύρονται και
εναντίον της πίστης. Τούτη η διαμαρτυρία των εργατών ενάντια στην πίστη
μέχρι ενός σημείου είναι και δικαιολογημένη. Είναι δικαιολογημένη τόσο
όσο αναφέρεται σε διαστρεβλωμένες μορφές της πίστης, που έβαλαν τον
εαυτό τους στην ταπεινή υπηρεσία του καπιταλισμού και οι οποίες
στηρίζουν μία οφθαλμοφανή οικονομική αδικία, κάτω από την οποία
αναστενάζουν και πεθαίνουν χιλιάδες και εκατομμύρια ανθρώπων. Όμως, αυτή
η διαμαρτυρία όχι μόνο είναι αδικαιολόγητη αλλά και ανόητη όταν
αναφέρεται στην πίστη γενικώς. Είναι αδικαιολόγητη, επειδή είναι άδικη,
και ανόητη, επειδή μ’ αυτήν από τον καλύτερο φίλο δημιουργείται εχθρός. Ο
καλύτερος φίλος των φτωχών και των καταπιεσμένων σ’ αυτό τον κόσμο
είναι η πίστη. Εάν οι φτωχοί και οι καταπιεσμένοι σ’ αυτό τον κόσμο
θέλουν να κάνουν έναν επιτυχημένο αγώνα εναντίον των καταπιεστών τους,
πρέπει να τον κάνουν στο όνομα της Θεού και της δικαιοσύνης του Θεού.»
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς,
1881-1956, Δρ Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Γενεύης, Ορθόδοξος Επίσκοπος εν
Σερβία Εκκλησίας, «Αργά βαδίζει ο Χριστός», εκδ. ‘Εν πλω’, 2008,
σσ.163-164
[11]
Για αυτό το θέμα μιλεί και ο λόγιος π. Deseille, πρώην
«Ρωμαιοκαθολικός» και λαμβάνει αυτήν την θέσι, καθώς αναφέρεται στην
«μυστική θεολογία» και στα «περί θείων ονομάτων» του ψευδο-Διονυσίου
[12] Το πρόβλημα είναι, ότι επεκτείνεται και στην ίδια την πίστη αυτό, καθώς, κατά το μάλλον παρά το ήσσον, την αγνοεί από άκρου εις άκρον
[13] Βλ. «On the History of Early Christianity»
[14] το λάθος είναι κρίσιμο και χονδροειδέστατο
[15] Όπως λέει και ο Σέργιος Μπουλγκάκωφ στο εξαιρετικό δοκίμιό του «Ο Marx ως θρησκευτικός τύπος», ο Ένγκελς, όταν μιλή για (γερμανικό) σοσιαλισμό, εννοεί τον μαρξισμό (sic).
[16] Βλ. «Η καταγωγή του Χριστιανισμού», 1909
[17] «Ο σοσιαλισμός και οι εκκλησίες», 1918
[18] «Η διαλεκτική του Διαφωτισμού», σ. 17
[19]
Διότι, μιλώντας για ένα ορισμένο χριστιανοκομμουνισμό, όπως και οι
αθεοκρατικοί σοσιαλισμοί (=μαρξισμός-λενινισμός κτλ.), απαιτούσε κάποιο
είδος αντιπροσωποκρατικής και ανελεύθερης σιδερένιας πειθαρχίας, όπως
ανάγλυφα καταφαίνεται στην «Πολιτεία του ηλίου» του Καμπανέλλα. Όμοια ισχύουν μάλλον και για τον μεγάλο Γάλλο χριστιανοκομμουνιστή ιδεολόγο και αγωνιστή Ετιέν Καμπέ
[20] Σε τακτικά εκδιδόμενο περιοδικό, σχετικά βλέπε στο 1ο κεφ. του «Ο σοσιαλισμός του Ντοστογιέφσκι και η σοβιετική κριτική», Μ. Μακράκη
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου