Παρασκευή 25 Αυγούστου 2017

Το Ορθόδοξο ήθος π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας



ΘΕΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΣΕΩΣ
π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας
ΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΗΘΟΣ
Το ορθόδοξο ήθος είναι καρπός συνεργασίας της ανθρώπινης προαίρεσης και της χάρης του Θεού. Είναι αποτέλεσμα ελεύθερης προσωπικής επιλογής, που αναφέρεται στην αποδοχή του έργου του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου· του δρόμου που ο Θεός υποδεικνύει στον άνθρωπο για να κάνει κτήμα του την εν Χριστώ σωτηρία. Γι' αυτό λέμε πως το ορθόδοξο ήθος είναι αποτέλεσμα συνεργίας της ανθρώπινης προαίρεσης και της χάρης του Θεού. 
Αναλύοντας το ορθόδοξο ήθος είμαστε αναγκασμένοι να επανέλθουμε σε θέματα που ήδη έχουμε εξετάσει. Η επανάληψη αυτή βοηθάει τον αναγνώστη να κατανοήσει βαθύτερα το θέμα που αναλύουμε σ' αυτό το κεφάλαιο.


α) Το μυστήριο της ευσεβείας

Στην αγία Γραφή το μυστήριο της ευσεβείας ταυτίζεται με το γεγονός της ενανθρώπισης του Υιού και Λόγου του Θεού, με την ένωση του Θεού και του ανθρώπου στο ένα πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αυτό υπογραμμίζει ο απόστολος Παύλος: «Μεγάλο είναι το μυστήριο της ευσεβείας. Θεός εφανερώθη σαρκωμένος, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ενεφανίσθη στους αγγέλους, εκηρύχθη στα έθνη, έγινε πιστευτός στον κόσμο, ανελήφθη με δόξα» (Α' Τιμ. γ' 16). Το γεγονός της θεανθρωπότητος του Χριστού αποτελεί τη σωτηρία και τη δόξα της ανθρώπινης φύσης (Α' Ιω. δ' 9-10, 14. Γαλ. δ' 4-5).
H «ευσέβεια» λοιπόν αναφέρεται στο μυστήριο της αγάπης του Τριαδικού Θεού. Αυτός πραγματοποιεί τη σωτηρία στο γεγονός της ενανθρώπισης του Υιού Του.
Η πτώση του ανθρώπου, που είναι αποτέλεσμα της προαίρεσης και όχι της φύσης του, είχε αρνητικές επιπτώσεις στην ίδια την ανθρώπινη φύση. Σύμφωνα με την αληθινή φύση του ο άνθρωπος είναι το «κατ' εικόνα» του Τριαδικού Θεού. Επομένως η αληθινή ζωή, η «κατά φύση» ζωή του ανθρώπου, πρέπει να αναζητηθεί στη ζωή του Τριαδικού Θεού, στην κοινωνία μετά του Θεού. Η αληθινή ζωή του ανθρώπου δεν έχει την πηγή της σε γήινα δεδομένα, αλλά σε ουράνια!
Εδώ βλέπουμε να αντιστρέφονται οι έννοιες· αυτό που οι άνθρωποι του κόσμου τούτου χαρακτηρίζουν «φυσικό» είναι στην πραγματικότητα «ζωή παρά φύσιν», και εκείνο που οι άνθρωποι ονομάζουν ζωή «εναντίον της ανθρώπινης φύσης» είναι στην πραγματικότητα ο «κατά φύσιν» τρόπος ζωής, το ήθος που ανταποκρίνεται στην αληθινή φύση του ανθρώπου.
Αυτός ο τρόπος ζωής έγινε και πάλι πραγματικότητα για τον άνθρωπο στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού, που είναι «εικών του Θεού του αοράτου» (Κολ. α' 15). Με την ενσάρκωσή Του εφανέρωσε στους ανθρώπους την αληθινή εικόνα του Θεού και με τη ζωή Του την εικόνα της ζωής του Τριαδικού Θεού.
Όπως έχουμε ήδη αναλύσει, στο πρόσωπο του Χριστού η θεία φύση ενώθηκε με την ανθρώπινη «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως» (Δ' Οικ. Σύνοδος). Ο Χριστός είναι μέτοχος όχι μόνο της θείας, αλλά και της ανθρώπινης ζωής, αληθινός δηλαδή Θεάνθρωπος (Ιω. α' 1, 14). Όταν λοιπόν ο πιστός με το ιερό βάπτισμα «ενδύεται τον Χριστό» (Γαλ. γ' 26) και με τη θεία ευχαριστία γίνεται «σύσσωμος και όμαιμος» προς Αυτόν (Α' Κορ. Γ 16-17, ια' 24-25. Ματθ. κστ' 26-28. Μάρκ. ιδ' 22-24. Λουκ. κβ' 19-20. Ιω. στ' 51-58), κάνει και πάλι κτήμα του την κοινωνία και την ενότητα με τον Τριαδικό Θεό, από την οποία είχε εκπέσει.
Το Άγιο Πνεύμα μεταβάλλει στη θεία ευχαριστία τον άρτο και τον οίνο σε Σώμα και Αίμα Χριστού, ώστε η κοινωνία από μέρους των πιστών να χριστοποιεί τον καθένα από αυτούς και ολόκληρη τη σύναξη. Δεν είναι πλέον απλή συνάθροιση ορισμένου αριθμού ατόμων, αλλά Εκκλησία, αυτό το Σώμα του Χριστού (Α' Κορ. ι' 16-22. Εφεσ. α' 22, ε' 23. Κολ. α' 18, 24).

«Ο Πατήρ μου μείζων μού έστι» † π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας



† π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας  Δρ. Φιλοσοφίας

ΘΕΜΑΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΤΗΧΗΣΕΩΣ
«Ο Πατήρ μου μείζων μού έστι» (Ιω. ιδ' 28)
Το «μείζων» μπορεί να σημαίνει διαφορά στη δύναμη στη σοφία, στο αξίωμα, στον όγκο, στο χρόνο, στην ουσία, αλλά και στην αιτία. Ο Πατήρ δεν είναι μεγαλύτερος από τον Υιό στη δύναμη ή στη σοφία, γιατί ο είναι «Θεού δύναμις και Θεού σοφία» (Α' Κορ. α' 24).
Δεν μπορεί πάλι να είναι μεγαλύτερος στο αξίωμα ή στην τιμή, γιατί τοποθετείται στα δεξιά του Θεού (Ψαλμ. ρθ’  1. Εβρ. α’ 3)· το «δεξιόν» δεν εκλαμβάνεται σωματικά, σαν ο Θεός να έχει «δεξιά» και «αριστερά», ούτε σημαίνει «χαμηλότερο τόπο», αλλά σχέση ισότητας (πρβλ. Ψαλμ. μδ’ 7. Ματθ. ιστ’ 27. Πράξ. Β’ 34. Εβρ. α’ 8. ιβ’ 2. Αποκ. ια’ 15. κβ’ 3-4. ε’ 13).
Το να υποστηρίξει βέβαια κανείς πως ο Πατήρ είναι μεγαλύτερος από τον Υιό στον όγκο, τούτο καταντάει γελοίο.
Αλλά ούτε και στο χρόνο ο Πατήρ είναι μεγαλύτερος, γιατί διά του Υιού δημιουργήθησαν οι αιώνες (Εβρ. α’ 2) και ο Υιός υπήρχε «εν αρχή» (Ιω. α’ 1), ήταν δηλαδή άναρχος και προαιώνιος (Παροιμ. η’ 30. Εβρ. ζ’ 3. Αποκ. α’ 17-18. κβ’ 12-13).
Βέβαια θα μπορούσαμε να πούμε πως το «μείζων» δεν αναφέρεται στις σχέσεις μεταξύ των δύο θείων υποστάσεων, αλλά μεταξύ του Πατρός και της ανθρώπινης φύσης του Υιού, αλλά, όπως παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, τούτο θα ήταν μεν αληθινό, όμως όχι σπουδαίο, διότι «τι το θαυμαστόν, εάν ο Θεός είναι ανώτερος του ανθρώπου;».
Το «μείζων», κηρύττει η Εκκλησία (Α’ Τιμ. γ’ 15) δεν είναι μόνο του στη Γραφή· εκεί βρίσκουμε και το «έν εσμεν» (Ιω. ι’ 30), πράγμα για το οποίο οι Ιουδαίοι επεχείρησαν να λιθοβολήσουν τον Χριστό, επειδή ορθά το εξέλαβαν πως σημαίνει ισότητα προς τον Πατέρα (Ιω. ι’ 29-33. Πρβλ. Φιλιπ. β’ 6).
«Πώς λοιπόν θα συμβιβασθούν τα ασυμβίβαστα; Διότι είναι αδύνατον το αυτό πράγμα να είναι μεγαλύτερον ενός άλλου και ταυτοχρόνως ίσον· ή μήπως γίνεται φανερόν, ότι το μεν "μείζων" αναφέρεται εις το ότι είναι αίτιος, το δε "ίσος" εις την φύσιν; Εγώ παραδέχομαι και τούτο διά την πολλήν μου καλοπιστίαν» (Γρηγ. Θεολ.).
Το «μείζων» αναφέρεται στην υπεροχή ως προς την τάξη, όχι ως προς την ουσία. Βασίζεται στο γεγονός ότι ο Πατήρ, με την προαιώνια γέννηση του Υιού, μεταδίδει σ' Αυτόν την κοινή θεία ουσία. Διαφορετικά, αν πούμε πως υπάρχει διαφορά ουσίας, τότε αρνούμεθα στον Πατέρα την ίδια την Πατρότητα, αφού ο φερόμενος πλέον ως υιός δεν είναι της ίδιας ουσίας με τον Πατέρα· «το αλλότριον της ουσίας καταργεί την φυσικήν συνάφειαν (Μ. Βασιλ.).
«Όταν λοιπόν ακούσωμεν ότι ο Πατήρ είναι αρχική αιτία και μεγαλύτερος από τον Υιόν, ας εννοήσωμεν ότι είναι κατά την αιτίαν. Και όπως δεν λέγομεν ότι είναι από άλλην ουσίαν η φωτιά και από άλλην το φως, κατά τον ίδιον τρόπον δεν είναι δυνατόν να ειπούμεν ότι από άλλην, ουσίαν είναι ο Πατήρ και από άλλην ουσίαν είναι ο Υιός, αλλά ότι είναι από μίαν και την ιδίαν ουσίαν» (Ιω. Δαμασκ.).
π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας Δρ. Φιλοσοφίας
Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΑΣ

Π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος: Η ανόρθωση του ανθρώπου



Η ΑΝΟΡΘΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Η πτώση έχει την αιτία της στην προαίρεση του ανθρώπου· όμως η ανόρθωση οφείλεται στην πρωτοβουλία του Θεού, που δεν εγκαταλείπει ποτέ τον άνθρωπο.
α) Το πρωτευαγγέλιο

Πολλοί άνθρωποι βλέπουν τα γεγονότα που ακολούθησαν την πτώση του ανθρώπου σαν αυστηρές τιμωρίες του Θεού, σαν ο Θεός να έπαυσε να είναι στοργικός Πατέρας. Ο Θεός όμως είναι πάντοτε ο στοργικός πατέρας για τον άνθρωπο.
Αυτήν ακριβώς τη στοργή βλέπουμε να εκδηλώνεται ταυτόχρονα με την επιβολή της τιμωρίας. Το μέλλον του ανθρώπου δεν είναι ο θάνατος, αλλά η ζωή. Μια μέρα ο απόγονος της γυναικός, ο Χριστός, θα συντρίψει την κεφαλή του «όφεως» (Γέν. γ' 15), ενώ ο διάβολος θα ριφθεί «εις την λίμνην του πυρός και του θείου» (Αποκ. κ' 10). Τα δύο γεγονότα αναφέρονται μαζί και δεν πρέπει να α-πομονώνονται· ο θάνατος είναι απλό επεισόδιο στη ζωή του χριστιανού· προορίζεται να ριφθεί «εις την λίμνην του πυρός» μαζί με τον Άδη (Αποκ. κ' 14), προκειμένου να βασιλεύσει η ζωή!
Για να πραγματοποιηθούν όμως αυτά, έπρεπε προηγουμένως να θεραπευθεί η ίδια η φύση του ανθρώπου, που διαφοροποιήθηκε με την πτώση. Ήταν πράγματι βαρειά η κληρονομιά των απογόνων του πεσμένου ανθρώπου· η κληρονομιά της αρρωστημένης φύσης, μιας παλαιάς, γηρασμένης ρίζας, που η μοίρα της ήταν ο θάνατος και η φθορά.
Για να επιτύχει λοιπόν τη σωτηρία εχρειάζετο νέα «ρίζα», τη ρίζα ενός νέου Αδάμ, όχι εκείνη του παλαιού Αδάμ. Είχε ανάγκη από νέο γενάρχη, που θα επανέφερε τη φύση του ανθρώπου στο σύνδεσμο με τον Θεό και θα τον έκανε πάλι μέτοχο της ζωής του Θεού. Η παλαιά ρίζα του Αδάμ τον κατεδίκαζε στη φθορά και στο θάνατο (Σοφ. Σολ. β' 23-24. Πρβλ. Ψαλμ. μη' 8). Θα έπρεπε λοι¬πόν να θεραπευθεί η ίδια η φύση του ανθρώπου, ώστε με τη συμμετοχή του στην αναγεννημένη φύση, να μπορέσει και πάλι να συνδεθή με την πηγή της ζωής του, τον Θεό, και να ζήσει (Ιω. γ' 36. ιδ' 6. Ιω. ε' 12, 20).
Αυτό δεν μπορούσε ποτέ να το πετύχει μόνος του ο άν-θρωπος, οσοδήποτε κι αν προσπαθούσε. Όλες οι «τεχνικές» αυτοσωτηρίας είναι καταδικασμένες σε αποτυχία, διότι δεν ξεπερνούν τα περιορισμένα πλαίσια της κτιστής πραγματικότητας του ανθρώπου και εξουδετερώνονται με το θάνατο. Η πραγματικότητα αυτή δεν αλλάζει, οσοδήποτε δελεαστικές κι αν είναι οι υποσχέσεις εκείνων που παρακινούν τον άνθρωπο σε αυτονομία· εφευρέτης αυτών των παραπλανητικών μεθόδων είναι ο διάβολος (Γέν. γ' 4-7) κι εμείς υφιστάμεθα ακόμη τις συνέπειες της επιπο-λαιότητας του προπάτορα Αδάμ. Θα έπρεπε συνεπώς η τραγική αυτή εμπειρία να είχε συνετίσει τον άνθρωπο.
Ο άνθρωπος δεν μπορούσε να σώσει τον εαυτό του· όμως ο Θεός τον αγάπησε με «αγάπη αιώνιο» (Ιερ. λη' 3· εβρ. κείμενο: λα' 3). Γι' αυτό μαζί με την έξωση του ανθρώπου από τον παράδεισο του ενέβαλε στην ψυχή τοι την ελπίδα:
«Θα θέσω έχθρα μεταξύ σού και της γυναικός, μεταξύ του σπέρματός σου και μεταξύ του σπέρματος αυτής. Αυτός θα σου συντρίψει την κεφαλή και συ θα του συντρί¬ψεις την πτέρνα» (Γέν. γ' 15). Αυτή η υπόσχεση του Θεού προσδιορίζει την ιστορία της ανθρωπότητας, που οδηγεί από την πτώση στην ανόρθωση και ονομάζεται «πρωτευαγγέλιο».
Ο απόγονος της γυναικός θα συντρίψει το Σατανά και τα έργα του, θα γίνει ο νέος γενάρχης. Όσοι κατάγονται από αυτόν, οι «απόγονοί» του, δεν θα βρίσκονται πια κάτω από το βασίλειο της φθοράς και του θανάτου, αλλά θα εισέλθουν στη βασιλεία του Θεού, θα ενδυθούν την αφθαρσία και αθανασία (Α' Κορ. ιε' 45-58).

† π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Δρ. Θεολογίας  Δρ. Φιλοσοφίας
Απόσπασμα από το βιβλίο του «Η Ορθοδοξία μας»
Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΠΑΡΑΚΑΤΩ

Τα Μυστήρια της Εκκλησίας και η σημασία τους για τον σύγχρονο άνθρωπο



Τα Μυστήρια της Εκκλησίας και η σημασία τους για τον σύγχρονο άνθρωπο
Μιχαήλ Χούλη, θεολόγου
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΤΑΙ ΕΝ ΤΟΙΣ ΜΥΣΤΗΡΙΟΙΣ
Δια της Εκκλησίας οι πνευματικοί κρουνοί της χάριτος του Θεού, μέσω των επτά κυρίων μυστηρίων της, περιλούζουν όχι μόνο την ανθρωπότητα αλλά και ολάκερη την πλάση, με σκοπό την λύτρωση του ανθρώπου και την επιτέλεση του φυσικού προορισμού παντός κτιστού όντος. Λέμε «μέσω των επτά κυρίων μυστηρίων της», διότι η Εκκλησία δεν αρνήθηκε ποτέ, δια των Πατέρων και της αποστολικής Παραδόσεως, πως μυστήριο είναι όλη η εκκλησιαστική και εν χάριτι ζωή των πιστών, η ασκητική και εν μετανοία ζωή των μοναχών, ο φωτισμός και η έλλαμψη του θείου και ακτίστου φωτός. Ακόμη, μυστήρια είναι: Ο χωρισμός ψυχής και σώματος την στιγμή του θανάτου, η ατελεύτητος ζωή των αναχωρησάντων εκ του βίου τούτου, η επενέργεια των μνημοσύνων στις ψυχές των κοιμηθέντων και η προσωρινή, έως της Δευτέρας Παρουσίας, διάκριση σε αγωνιζόμενη στη γη και θριαμβεύουσα εν ουρανοίς Εκκλησία.
Ιδιαίτερα ο απόστολος Παύλος ονομάζει την Εκκλησία «Σώμα Χριστού» (Ρωμ. 12,5/Α΄ Κορ. 10,17/ κεφ. 12), η οποία έχει ως κεφαλή τον Χριστό και μέλη τους πιστούς. Στις λειτουργίες του φυσικού σώματος αντιστοιχούν και οι χαρισματικές λειτουργίες του εκκλησιαστικού σώματος, της νέας δηλονότι οικογένειας, στην οποία ο άνθρωπος εντάσσεται από το βάπτισμά του και εξής. Έτσι, στη γέννηση του ανθρώπου αντιστοιχεί το μυστήριο του Βαπτίσματος. Στην κίνηση και αύξηση το μυστήριο του Χρίσματος. Στην τροφή το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Στην ενηλικίωση το μυστήριο του γάμου και της οικογένειας ή της μοναχικής ζωής. Στην ανάγκη για ψυχοσωματική θεραπεία ανταποκρίνεται το μυστήριο του Ευχελαίου. Στην ανάγκη για συμφιλίωση και κοινωνία με τους συνανθρώπους το μυστήριο της Μετανοίας-ιεράς Εξομολόγησης. Η Εκκλησία δεν εγκαταλείπει τον άνθρωπο αβοήθητο και «στην τύχη του» ούτε και κατά τον θάνατό του, αλλά ούτε και μετά. Τον ακολουθεί μέχρι την τελευταία του κατοικία με την ακολουθία της κηδείας και εύχεται γι’ αυτόν στον Θεό με τα μνημόσυνα, αλλά και κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας.
Όλα μάλιστα τα στοιχεία της φύσεως εξαγιάζονται δια της χάριτος του Θεού, μέσω των τελετών, ακολουθιών και μυστηρίων της Εκκλησίας, ώστε να συμπεριλάβει η νέα ανθρωπότητα του Χριστού κάθε υλικοπνευματική εκδήλωση της ζωής και να βοηθήσει τους πιστούς να αναπνέουν πλήρως μέσα στη Θεία Παρουσία: Το νερό ευλογείται κατά τα άγια Θεοφάνεια, αλλά και μετατρέπεται σε αγιασμό με τις ευχές του ιερέα. Το λάδι ευλογείται και χρησιμοποιείται κατά το Βάπτισμα, το Χρίσμα και το άγιο Ευχέλαιο. Ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται σε σώμα και αίμα Χριστού. Ευχές και ευλογίες έχει όμως η Εκκλησία και για τα επαγγέλματα, την καθημερινή ζωή και τα αντικείμενα που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος, ούτως ώστε να τον επισκέπτεται πολύ συχνά η δύναμη του Θεού και να καλυτερεύει η ζωή του σωματοψυχικά. Έτσι, μέσω της Εκκλησίας, ο πιστός γίνεται κατ’ ενέργειαν ένα με το Θεό και αναγνωρίζει όχι σαν μαγική την αίσθηση της Θείας Χάριτος, αλλά σαν νέο ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟ τρόπο υπάρξεως, εν τω Σώματι του Κυρίου.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, Το Ιωάννειο και το Χριστιανικό Βάπτισμα



Ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής
Το Ιωάννειο και το Χριστιανικό Βάπτισμα
Χρίστος Βασιλειάδης
Θεολόγος-Φιλόλογος
Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, αγαπητοί αδελφοί

Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να παραδεχθώ και να σας ομολο­γήσω, ότι αυτή τη φορά έκανα μίαν παρασπονδίαν, την εξής: Ενώ, δηλαδή, το θέμα της σημερινής ομι­λίας μου είχεν ορισθεί να είναι: Ο άγιος Ιωάννης ως Βαπτιστής, Προ­φήτης και Πρόδρομος και θα περιμέ­νατε, δηλαδή, να ακούσετε να αναλύω και να αναπτύσσω, να ξεδιπλώνω ολόκληρο αυτό το τρίπτυχο, δηλαδή: και το Βαπτιστής , και το Πρόδρομος και το Προφήτης, όμως αναγκάστηκα από τα ίδια τα πράγματα να περιορι­σθώ στο πρώτο μόνο σημείον, δηλαδή στο Βαπτιστής. Κι' αυτό, διότι, όταν καταπιάστηκα με το θέμα του αγίου Ιωάννου, βρέθηκα μπροστά σε μιαν απέραντη ύλη, την οποία μου ήταν αδύνατο να δαμάσω και να σας την παρουσιάσω σε μία μόνο ομιλία τριών περίπου τετάρτων της ώρας. Αυτή, λοιπόν, ήταν η παρασπονδία μου, για την οποίαν και ζητώ συγγνώμην, αλλά και την κατανόησή σας. Αν δε ο Θεός επιτρέψει και με τις ευχές πάντα του Σεβασμιωτάτου, θα σας παρουσιάσω τον επόμενον χρόνον τις άλλες δύο πτυχές αυτού του τριπτύχου του αγίου Ιωάννου. Έτσι, περιορισμένο, λοιπόν, το σημερινό θέμα μας, θα είναι: Ο άγιος Ιωάννης ως Βαπτι­στής. Αλλ' επειδή και έτσι περιορι­σμένο, θα είναι, όπως θα διαπιστώσε­τε, τεράστιο, θα περιορισθώ σε μερικές μόνον επισημάνσεις, χωρίς να είναι δυνατόν ούτε αυτό να το εξαντλήσω, όπως βέβαια θα επιθυμούσα. Και ήδη επείγομαι να μπω στο θέμα μου:

Πρώτη επισήμανση: Το παρωνύμιον «Βαπτιστής»: Από τους τέσσαρες Ευαγγελιστές, ο μεν τέταρτος, ο και θεολόγος όταν μιλάει στο ευαγγέ­λιο του για τον Πρόδρομον, τον ονομάζει απλά και μόνο με το όνομα Ιωάννης, χωρίς ποτέ να το συνοδεύει και με το παρωνύμιον Βαπτιστής . Οι υπόλοιποι, όμως, τρεις ευαγγελιστές, οι λεγόμενοι συνοπτικοί, αναφέρουν μεν το όνομα Ιωάννης, αλλά το συνο­δεύουν και με το παρωνύμιον Βαπτι­στής. Ειδικότερα δε, ο ευαγγελιστής Μάρκος, εκτός του Βαπτιστής, χρησι­μοποιεί τρεις φορές και την μετοχήν ο Βαπτίζων. Εξ άλλου, από τις εξω-καινοδιαθηκικές Ιστορικές πηγές, ο ιουδαίος Ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος είναι που εις το έργον του Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, αφιερώνοντας ορισμέ­νες γραμμές στο πρόσωπον και στο θρησκευτικό κίνημα, που προκάλεσεν ο άγιος Ιωάννης, του αποδίδει κι' αυτός το παρωνύμιον Βαπτιστής.

π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος - Η Νηστεία



Η Νηστεία
π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος
Ο Μέγας Βασίλειος δίνει τον ακόλουθο ορισμό της νηστείας: «Νη­στεία αληθινή είναι η αποξένωσις από το κακόν, η εγκράτεια της γλώσ­σης, η αποχή από τον θυμόν, ο χωρισμός από τας επιθυμίας, την καταλαλιάν, το ψεύδος και την ψευδορκίαν. Η στέρησις από αυτά είναι αλη­θινή νηστεία. Μέσα εις αυτά λοιπόν η νηστεία είναι αγαθόν».

Ο περιορισμός της νηστείας στην αποχή από φαγητά δεν είναι «αγαθόν»· μόνο νηστεία τού σώματος που συνοδεύεται από τον χωρι­σμό από τα πάθη λογίζεται αρετή. «Η αληθινή νηστεία είναι η αποξένωσις από τα κακά» επαναλαμβάνει ο Μ. Βασίλειος και παραπέμπει στο Ης. ξγ' 4-6' να λύσης τα δεσμά της αδικίας, μη νηστεύεις χάριν δια­μάχης και έριδος. «Δεν τρώγεις κρέατα, αλλά τρώγεις τον άδελφόν σου· δεν πίνεις οίνον, αλλά δεν είσαι εγκρατής εις τας ύβρεις».

«Διότι ποίον είναι το όφελος εάν απέχης από τροφάς, αλλά τρώγεις δια των οφθαλμών την ακολασίαν της μοιχείας ή με την θέλησίν σου ακούεις δια των ώτων ματαίας και διαβολικάς φωνάς; Δεν ωφελεί καθό­λου να απέχης από τροφάς, όμως να μην απέχης από την έπαρσιν της υψηλοφροσύνης, της κενοδοξίας και κάθε πάθους. Ή τι ωφελεί βεβαί­ως να είσαι εγκρατής εις τας τροφάς, αλλά να μην απέχης από πονηρούς λογισμούς... Ας γίνωμε λοιπόν εγκρατείς εις όλα αυτά, δια να μη έλθη ποτέ εις ημάς η κατηγορία τού Κυρίου, ότι διυλίζομεν τον κώνωπα και καταπίνομε την κάμηλον (Ματθ. κγ' 24)» (Μ. Βασίλειος).

Για τον Μ. Βασίλειο η νηστεία είναι παλαιότερη εντολή (Γέν. β' 17). Το «μη φάγετε», λέγει, είναι «νομοθέτημα νηστείας και εγκράτειας». Με­τά από την πτώση όμως η νηστεία πήρε τη θέση τού ιατρού, γιατί συν­δέεται με τη μετάνοια· είναι η μετάνοια τού σώματος! Εκείνος που νη­στεύει δεν μιμείται την παρακοή της Εύας και δεν ακολουθεί τη συμ­βουλή του φιδιού. Για τους πρωτόπλαστους η «νηστεία» ήταν το μέτρο που θα εδοκιμάζετο η σφοδρή επιθυμία των να μείνουν σε κοινωνία με τον Θεό. Μετά από την πτώση η νηστεία, που συνοδεύεται με την άσκη­ση των άλλων αρετών, αποτελεί θεμέλιο στο οποίο ο πνευματικός αθλη­τής στηρίζει τον πνευματικό του αγώνα.

«Η νηστεία, οπού είναι ο ιατρός των ψυχών ημών», λέγει ο Συμεών ο νέος Θεολόγος, «έχει συνήθειαν, άλλου χριστιανού να ταπεινώση την σάρκα και άλλου να καταπραΰνη τον θυμόν και άλλον να φέρη εις προ-θυμίαν δια να κάμη το καλόν και άλλου να καθαρίζη τον νουν του και να τον κάμνη ελεύθερον από τους πονηρούς λογισμούς. Και άλλου να δαμάζη την αδάμαστον και ακράτητον γλώσσαν και να την κρατά με τον φόβον τού Θεού... Και άλλου να εμποδίζη τα μάτια να μη κοιτάζουν εδώ και εκεί και να περιεργάζονται τι κάμνει ο ένας και ο άλλος, αλλά κά­μνει τον κάθε ένα να προσεχή εις τον εαυτόν του και να ενθυμήται τα ιδικά του ελαττώματα...». Η νηστεία οδηγεί σε κατάνυξη και μας βοηθεί να περάσουμε με τη χάρη τού Θεού «όλην την ταραχήν των παθών και την φουρτούνα των πειρασμών τού διαβόλου οπού μας καταδυνα­στεύει πικρώς και θέλει έλθωμεν εις τον λιμένα της απαθείας», καταλή­γει ο ίδιος πατέρας.

«Θλίβε την κοιλία και οπωσδήποτε να κλείσης και το στόμα· διότι η γλώσσα ισχυροποιείται από τα πολλά φαγητά. Να πυγμαχής συνεχώς εναντίον της και να επαγρυπνής συνεχώς επάνω της. Εάν συ κοπιάσης λίγο, αμέσως και ο Κύριος σε βοηθεί» (Κλίμαξ).

Η ευχαριστιακή νηστεία και η Θ. Λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων Πρωτοπρεσβύτερος Αναστάσιος Κ. Γκοτσόπουλος



Πρωτοπρεσβύτερος
Αναστάσιος  Κ.  Γκοτσόπουλος
Εφημέριος  Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Πατρών
agotsopo@gmail.com, τηλ. 6945-377621
Η  ευχαριστιακή νηστεία και
η  Θ. Λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων
(ιστορικοκανονική προσέγγιση)
Αναμφισβήτητα η Θ. Λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων διασώζει αρχαία λειτουργική πρακτική[1], αλλά κυρίως το ασκητικό ήθος και την πνευματικότητα της Ορθοδόξου παραδόσεως μέχρι τις ημέρες μας.  Η περίοδος της Μ. Τεσσαρακοστής είναι η κατ’ εξοχήν πένθιμη περίοδος της Εκκλησίας μας. Το πένθος δηλούται με την απαγόρευση τελέσεως εορταστικών εκδηλώσεων και ακολουθιών[2], αλλά και με δύο πρακτικές που σχετίζονται άμεσα με το υπό εξέταση θέμα: με την καθιέρωση αυστηρότατης νηστείας και με την απαγόρευση τελέσεως Θ. Λειτουργίας τις καθημερινές ημέρες της Μ. Τεσσαρακοστής.
1. Η νηστεία των καθημερινών καθ’ όλη τη διάρκεια της Μ. Τεσσαρακοστής, προβλέπει πλήρη ασιτία μέχρι την ενάτη ώρα (3:00 μμ) κατά την οποία ο Κύριος παρέδωσε επί του Σταυρού το Πνεύμα Του[3]. Οι κανονικές διατάξεις που προβλέπουν την νηστεία της Μ. Τεσσαρακοστής είναι οι κανόνες Αποστ-69 και Λαοδ-50[4], οι οποίοι έχουν επικυρωθεί από τον Στ-2.
2. Δεν επιτρέπεται η προσφορά της Αναιμάκτου Θυσίας με την τέλεση πλήρους Θ. Λειτουργίας κατά τις καθημερινές της Μ. Τεσσαρακοστής[5], διότι ο πανηγυρικός-αναστάσιμος χαρακτήρας της Θ. Λειτουργίας δεν συνάδει με το πένθος της περιόδου αυτής[6]. Ωστόσο, η απαγόρευση τελέσεως Θ. Λειτουργίας κατά τις καθημερινές της Μ. Τεσσαρακοστής προσέκρουε στην αρχαία συνήθεια σύμφωνα με την οποία οι πιστοί κοινωνούσαν πολύ τακτικά, τουλάχιστον τέσσερις φορές την εβδομάδα[7].
Η ανάγκη αυτή θεραπεύθηκε με την καθιέρωση της ακολουθίας  των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων, η οποία, επειδή «επιτελείται … συνεσκιασμένως και πενθηρώς»[8], μπορεί να τελείται όλες τις καθημερινές της Μ. Τεσσαρακοστής[9], αλλά τις δύο πλέον σεβάσμιες ημέρες (Τετάρτη και Παρασκευή) επιβάλλεται η τέλεσή της και από τις σχετικές τυπικές διατάξεις.
Ο ιστορικός Σωκράτης (4ος αι.) μας διασώζει αρχαία παράδοση: «Εν Αλεξανδρεία, τη Τετράδι και τη λεγομένη Παρασκευή Γραφαί τε αναγινώσκονται, και οι διδάσκαλοι ταύτας ερμηνεύουσι, πάντα τε τα της συνάξεως γίνεται, δίχα της των μυστηρίων τελετής. Και τούτον εστιν εν Αλεξανδρεία έθος αρχαίον»[10].