Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης: Ο άνθρωπος του Χριστού όλα τα κάνει προσευχή




Osios-Porfyrios-Kafsokalyvitis-84
Όλα τα προβλήματά μας, τα υλικά, τα σωματικά, τα πάντα, να τ΄ αναθέτουμε στον Θεό.Πως λέμε στην Θεία Λειτουργία, “… και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα”.
Όλη τη ζωή μας σ΄ Εσένα, Κύριε, αφήνουμε. Ό,τι θέλεις Εσύ. “Γενηθήτω το θέλημά Σου, ως εν ουρανώ και επί της γης”.
Ο άνθρωπος του Χριστού όλα τα κάνει προσευχή. Και τη δυσκολία και τη θλίψη, τις κάνει προσευχή. Ό,τι και να του τύχει, αμέσως αρχίζει: “Κύριε Ιησού Χριστέ…”. Η προσευχή ωφελεί σε όλα, και στα πιο απλά. Για παράδειγμα, πάσχεις από αϋπνία, να μη σκέφτεσαι τον ύπνο. Να σηκώνεσαι, να βγαίνεις έξω και να έρχεσαι πάλι μέσα στο δωμάτιο, να πέφτεις στο κρεβάτι σαν για πρώτη φορά, χωρίς να σκέφτεσαι αν θα κοιμηθείς ή όχι. Να συγκεντρώνεσαι, να λες τη δοξολογία και μετά τρεις φορές το “Κύριε Ιησού Χριστέ…” κι έτσι θα έρχεται ο ύπνος.
Όλα με την προσευχή τακτοποιούνται. Αλλά πρέπει να έχεις αγάπη, φλόγα στην προσευχή. Να μην έχεις άγχος αλλά εμπιστοσύνη στην αγάπη και στην πρόνοια του Θεού. Όλα είναι μέσα στην πνευματική ζωή. Όλα αγιάζονται, και τα καλά και τα δύσκολα και τα υλικά και τα πνευματικά και όσα αν ποιήτε, προς δόξαν Θεού ποιείτε. Πώς το λέει ο Απόστολος Παύλος; “Είτε ούν εσθίετε, είτε πίνετε, είτε τι ποιείτε, πάντα είς δόξαν Θεού ποιείτε”.
Όταν είσαι εν προσευχή, όλα γίνονται όπως πρέπει.
Παραδείγματος χάριν, πλένεις πιάτα και δεν σπάζεις κανένα, δεν κάνεις ζημιές. Έρχεται μέσα σου η χάρις του Θεού.
Όταν έχεις την χάρι, όλα γίνονται με χαρά, χωρίς κόπο.
Όταν κάνουμε συνέχεια προσευχή, θα μας φωτίζει ο Θεός τι να κάνουμε κάθε φορά και στις πιο δύσκολες καταστάσεις.
Θα το λέει ο Θεός μέσα μας. Θα βρίσκει τρόπους ο Θεός. Μπορούμε, βέβαια, να συνδυάζουμε την προσευχή και με νηστεία. Δηλαδή, όταν έχουμε ένα σοβαρό πρόβλημα ή δίλημμα, να προηγείται πολλή προσευχή και νηστεία. Κι εγώ έτσι έκανα πολλές φορές.
Όταν πάλι έχουμε αιτήματα για τον κόσμο, να τα λέμε μυστικά, με την προσευχή που γίνεται “εν τω κρυπτώ” και δεν φαίνεται.
Η πολλή περίσπαση δεν διευκολύνει την προσευχή. Αφήστε τα τηλέφωνα, τις επικοινωνίες και τα πολλά λόγια με τους ανθρώπους.Αν ο Κύριος δεν βοηθήσει, τι να κάνουν οι δικές μας προσπάθειες; Άρα προσευχή, προσευχή με αγάπη.
Καλύτερα τους βοηθάμε από μακριά, με την προσευχή. Τους βοηθάμε με τον πιο καλό, με τον πιο τέλειο τρόπο.
από το βιβλίο: Βίος και Λόγοι 
Γέροντας Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου
Ιερά Μονή Χρυσοπηγής
Χανιά 2008

Κωνσταντίνου Γρηγοριάδη: Περί της εν Χριστώ ανθρωπολογίας της νοεράς προσευχής

του Κωνσταντίνου Γρηγοριάδη, Αναπλ. Καθηγητού Πανεπιστημίου Πατρών
Ομιλία στο Συνέδριο για τον αείμνηστο Γέροντα Θεόκλητο Διονυσιάτη (βλ. τευχ. 129, Φεβρ. 2007).
*
Ευχηθήκαμε εν Εκκλησία και εκ βαθέων υπέρ αναπαύσεως του αοιδίμου Γέροντος Θεοκλήτου Διονυσιάτου. Πρέπει άλλωστε να αισθάνεται ιδιαίτερη χαρά, όταν διαπιστώνη πως οι φορείς της εκκλησιαστικής διακονίας δεν ασχολούνται τόσον με την προβολή του έργου του, άλλωστε ένας μοναχός δεν την χρειάζεται ούτε εν ζωή, ούτε πολλώ μάλλον εν αναπαύσει, αλλά αγκαλιάζουν την ορθόδοξη θεολογική προσφορά του, ώστε να την προωθήσουν επ’ αγαθώ της διαποιμάνσεως του λαού του Θεού.
Στην εισήγησή μας θα αποτολμήσουμε την προώθηση ορισμένων αληθειών της εν Χριστώ ανθρωπολογίας, όπως εξάγονται με άμεσο η και έμμεσο τρόπο από τα γραπτά του Γέροντος Θεοκλήτου και μάλιστα από την θεολογία της νοεράς προσευχής. Η διασύνδεση της εν Χριστώ λειτουργίας του ανθρώπου με την νοερά προσευχή είναι ουσιαστική και χαρακτηριστική. Η εκ μέρους των Ησυχαστών προσωρινή έστω αναστολή της φυσικής αναπνοής κατά την νοερά προσευχή δημιουργεί μια παράπλευρη λειτουργία, ώστε «ο έσω κρυπτός της καρδίας άνθρωπος» να αναπνέη μέσα στο φως της παρουσίας και της επενεργείας του Αγίου Πνεύματος, ώστε να μεταλλάσσεται η φθοροποιός βιολογικότητα σε πνευματική αναγέννηση. Ο π. Θεόκλητος ακολουθούσε το του Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου: «Μνημονευτέον μάλλον του Θεού η αναπνευστέον» και του Αγ. Νείλου του Ασκητού: «Ει αληθώς προσεύχη θεολόγος ει και ει θεολόγος ει, προσεύξη αληθώς». Στο χώρο του αδιαλείπτως προσεύχεσθε αποκαλύπτεται η εν Χριστώ λειτουργία του ανθρώπου.
Ο μακαριστός Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης αναφερόμενος στο θέμα της αναπνοής σημειώνει πως σε όλες σχεδόν τις θρησκείες η αναπνοή είναι το σύμβολο του θανάτου. Αναπνέουμε για να ωριμάσουμε βιολογικά και να πεθάνουμε. Ενώ με το «μνημονευτέον του Θεού» διοχετεύεται στο οστράκινο σκεύος μας η ατελεύτητη πνοή της ζωής του Θεού, που οδηγεί τον άνθρωπο στην κατά φύσιν λειτουργία του. Ως σωτηριώδη γνωρίσματά της αναφέρονται τα ακόλουθα:

Ι. Ο θεανδρικός και θεουργικός χαρακτήρας της υπάρξεως.

Η σύσταση του ανθρώπου είναι θεμελιωμένη στην Αρχέτυπη θεανδρική παρουσία «της εικόνος του Θεού του αοράτου», δηλαδή του Ιησού Χριστού. Και μάλιστα υπό «μυστηρίου αιωνίοις χρόνοις σεσιγημένου φανερωθέντος δε νυν κατ’ επιταγήν του αιωνίου Θεού» (Ρωμ. ιδ 25), «του και εκλέξαντος ημάς εν Χριστώ προ καταβολής κόσμου είναι εν αγάπη και υιοθεσία δια Ιησού Χριστού εις αυτόν» (Εφεσ. α 3-5). Σε μια τέτοια «θεοείδεια» φανερώνεται ο υπερβατικός προορισμός του ανθρώπου, που τον ανυψώνει από το βιολογικό επίπεδο στον χώρο της κατά χάριν μετοχής του στην άκτιστη ζωή του Θεού, ώστε μέσα από την ύπαρξή του να αποκαλύπτη την εικόνα του Χριστού και όχι του εαυτού του «Αποδώμεν τη εικόνι το κατ’ εικόνα. Γνωρίσωμεν ημών το αξίωμα, τιμήσωμεν το Αρχέτυπον. Γενώμεθα ως Χριστός, επεί και Χριστός ως ημείς. Γενώμεθα θεοί δι’ αυτόν, επειδή κακείνος δι’ ημάς άνθρωπος» (Γρηγόριος Θεολόγος). Σ’ αυτόν το χώρο κινείται αδιάκοπα στα γραπτά του ο π. Θεόκλητος. Η απεικόνιση της Αρχετύπου εικόνος «ως πληρώματος του τα πάντα εν πάσι πληρουμένου» στην ανθρώπινη ύπαρξη είναι ολοκληρωμένη στην παρουσία της και όχι μόνον εν σπέρματι δοθείσα. Το Αρχέτυπο του Χριστού είναι «το Α και το Ω, η αρχή και το τέλος, ο πρώτος και ο έσχατος». Ο Χριστός είναι το παν, έλεγε ο Γέρων Πορφύριος. «Και γαρ άτοπον ως αληθώς χάρισμα κεκλήσθαι του Θεού το μη πεπληρωμένον• τέλειος δε ων τέλεια χαριείται δήπουθεν• ως δε άμα το κελεύσαι αυτόν πάντα γίνεται, ούτως έπεται τω χαρίσασθαι, μόνον βουληθήναι αυτόν το πεπληρώσθαι την χάριν» (Κλήμης Αλεξανδρείας). «Ου δι’ άλλο τι κτίζει την ανθρωπίνην ζωήν η δια το αγαθός είναι... ουκ αν ημιτελή την της αγαθότητος ενεδείξατο δύναμιν, αλλά το τέλειον της αγαθότητος είδος εν τούτω εστίν εκ του παραγαγείν τον άνθρωπον εκ του μη όντος εις γένεσιν εν τω ειπείν κατ’ εικόνα Θεού γεγενήσθαι τον άνθρωπον» (Γρηγόριος Νύσσης).
Τα πεπληρωμένα χαρίσματα του Θεού αγκαλιάζουν τον άνθρωπον χωρίς όμως να του επιβάλλονται. Αναμένουν την εκ μέρους του αυτεξούσια αποδοχή, ώστε δια του πνευματικού αγώνος να αποκτά η ύπαρξη την εμπειρία της ολοκληρωμένης διαμονής του Πατρός και του Υιού δια της εν Αγίω Πνεύματι αγάπης. Ο π. Θεόκλητος μας παραπέμπει αδιάκοπα στην καθημερινότητα της εκκλησιαστικής ζωής, όταν μας προβάλλη τα πρόσωπα της Παναγίας και των Αγίων, για να μας δείξη πως «σωτηρία εστί το έπεσθαι Χριστώ» και όχι οποιαδήποτε στοχαστικής φύσεως θεωρία.
Με αυτόν τον τρόπο βοηθείται ο άνθρωπος να ξεπεράση τον κίνδυνο από οποιαδήποτε μορφή αριστοτελικής εντελεχείας, που μπορεί να εμφιλοχωρήση στο χώρο της Εκκλησίας. Πρόκειται για την εικόνα του ανθρώπου -δυστυχώς επικρατεί-, που δείχνει πως αποδέχεται τα χαρίσματα του Θεού, αλλά τα σφετερίζεται «καυχώμενος ως μη λαβών» και τα αναπτύσσει στηριζόμενος στον εγωτικό εαυτό του και χωρίς την σχέση και την κοινωνία του με τις άκτιστες ενέργειες του Θεού. Έτσι εγκλωβίζεται στον ενδοκοσμικό χώρο της ηθικής και της εναρέτου τελειοποιήσεως, που με κανέναν τρόπο δεν υπερβαίνει τον θάνατο «ως οψώνιον της αμαρτίας».

ΙΙ. Η εν Χριστώ οντολογική και υπαρξιακή σύσταση της υπάρξεως.

Συνιστά κατά τον π. Θεόκλητο την κατ’ εξοχήν πεπληρωμένην δωρεά του Θεού στον άνθρωπο και τον οδηγεί στην πραγμάτωση του υπερβατικού προορισμού του, δηλ. στην κατά χάριν θέωσή του. Γι’ αυτό και χρησιμοποιεί πολύ συχνά τον αγαπημένο του Αγ. Μάξιμο Ομολογητή: «Εις τούτο γαρ και ημάς πεποίηκεν, ίνα γενώμεθα θείας κοινωνοί φύσεως και της αυτού αϊδιότητος μέτοχοι και φανώμεν αυτώ όμοιοι κατά την εκ χάριτος θέωσιν». Μάλιστα είναι θεμελιωμένη στο «αιωνίοις χρόνοις σεσιγημένον μυστήριον της σαρκώσεως του Θεού και Λόγου», ώστε ο σκοπός της κτίσεως και του ανθρώπου να έχη ολοκληρωθή από τον Χριστό πριν η εκκληθή (Εκκλησία) ο άνθρωπος «εκ του μη όντος εις το είναι». «Όλος ο άνθρωπος θεούται τη του ενανθρωπήσαντος Θεού χάριτι θεουργούμενος. Θεώσεως γαρ ουδέν γεννητόν κατά φύσιν εστί ποιητικόν. Ου γαρ έχομεν δεκτικήν φύσει της θεώσεως δύναμιν» (Μάξιμος Ομολογητής). «Εκείνο γινόμεθα θεωθέντες, όπερ της κατά φύσιν δυνάμεως ουδαμώς υπάρχει κατόρθωμα».
Σε μια τέτοια σωστική λειτουργία της υπάρξεώς του ο άνθρωπος υπερβαίνει την δικανική, θρησκευτική και ηθική θεώρηση της εν Χριστώ σωτηρίας. Η θρησκευτική και ηθική αντιμετώπιση συνιστά έκπτωση της εν Χριστώ θεώσεως, γιατί εξαντλείται στα κατορθώματα της φύσεως. «Δυνάμεθα ποιείν τας αρετάς, αλλ’ ουχί και την θέωσιν• εις τον μέλλοντα αιώνα συγκαταπαύσωμεν τοις φύσει πεπερασμένοις τας οικείας δυνάμεις» (Μάξιμος Ομολογητής). Η θρησκευτικότητα και δικανικότητα της σωτηρίας στηρίζεται στην βεβαιότητα του ανθρώπου πως μπορεί μόνος του να επανορθώση την ενοχή της αμαρτίας ως νομικής φύσεως παράβαση. Ο π. Θεόκλητος σημειώνει: «Εκείνοι οι εξ αξιώματος ποιμένες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας, οίτινες αγνοούντες και θεωρητικώς την ορθόδοξον πνευματικότητα, μεταβάλλουν την προς Θαβώριον μεταμόρφωσιν οδηγούσαν διδασκαλίαν της Εκκλησίας, εις ένα σύνηθες ηθοπλαστικόν ον, υποκείμενον εις νομικάς τινας διατάξεις....ουχί ως τέκνον Θεού, που ζη εις την θείαν ελευθερίαν "η Χριστός ημάς ηλευθέρωσεν" με τας απείρους δυνατότητας θεώσεως».

ΙΙΙ. Η εν Χριστώ ανακεφαλαίωση και καθολικότητα του ανθρώπου.

Στο Αρχέτυπο της εικόνος του Χριστού διαλαμβάνεται η προαιώνια βουλή του θελήματος του Θεού, που αποκαλύπτει πως ο «κατ’ εικόνα Θεού» πλασθείς άνθρωπος, ως δυνάμει θεάνθρωπος (π. Ι. Πόποβιτς) είχε την δυνατότητα να εμπεριέχη στην θεόπλαστη ύπαρξή του ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Ο Γέρων Θεόκλητος μας παραπέμπει σχετικά στον Αγ. Γρηγόριο Νύσσης: «Όνομα τω κτισθέντι ανθρώπω ουχ ο τις, αλλ’ ο καθόλου εστιν ο?κο?ν τη καθολική της φύσεως κλήσει... πάσα η ανθρωπότης εν τη πρώτη κατασκευή περιείληπται. Ου γαρ εν μέρει της φύσεως η εικών, αλλ’ εφ’ άπαν το γένος η τοιαύτη διήκει δύναμις. Πάσα τοίνυν η φύσις η από των πρώτων μέχρι των εσχάτων διήκουσα, μία τις του όντος εστίν εικών» (Γρηγόριος Νύσσης).
Η καθολικότητα της ανθρωπίνης φύσεως διαφαίνεται μέσα από την δωρεά της εικόνος του Χριστού, παρόλο που στη διαδρομή του ανθρώπου παρεμβάλλεται το επεισόδιο της αμαρτίας. «Άπρακτον τι εστιν η κακία καθ’ εαυτήν και επομένως ουδεμία κακού γένεσις εκ του θείου βουλήματος την αρχήν έσχεν» (Γρηγόριος Νύσσης). Η ανθρώπινη φύση παρόλο που φορτώνεται τον τεμαχισμό της αμαρτίας, όμως στην οντολογία της παραμένει μία και ενιαία. «Ώσπερ γαρ εν τω Αδάμ πάντες αποθνήσκουσιν, ούτω και εν τω Χριστώ πάντες ζωοποιηθήσονται» (Ρωμ. στ` 12-19). Άλλωστε η συλλογικότητα της αμαρτίας εδράζεται στο ενιαίο της ανθρωπίνης φύσεως και η συμμετοχή του ανθρώπου στην εν Χριστώ σωτηρία εκφράζεται με την άρση των αλλοτρίων αμαρτιών -κατά το υπόδειγμα του αμνού του Θεού του αίροντος την αμαρτίαν του κόσμου- με την αγάπη προς τους εχθρούς, όπου το ενυπόστατο της αγάπης του Θεού, δηλ. ο Χριστός, αναιρεί την φθορά και τον θάνατο. Και στην περίπτωση που ο άνθρωπος εμμένει στην εγωκεντρικότητά του, ως διαβολή και διαιρετικότητα, όμως διεκδικεί για τον εγωτικό εαυτό του τα πάντα, ενώ αρνείται τα πάντα για τους άλλους (=επιβαλλόμενος ολοκληρωτισμός με ποικίλες μορφές ανελεύθερες η ως δήθεν δημοκρατικές).
Ο Απ. Παύλος θεμελιώνει την εν Χριστώ σωτηρία μας στον αντιπροσωπευτικό και ανακεφαλαιωτικό χαρακτήρα της σταυρικής θυσίας του Κυρίου. «Η γαρ αγάπη του Χριστού συνέχει ημάς, κρίναντας τούτο, ότι ει εις υπέρ πάντων απέθανεν, άρα οι πάντες απέθανον• και υπέρ πάντων απέθανεν, ίνα οι ζώντες μηκέτι εαυτοίς ζώσιν, αλλά τω υπέρ αυτών αποθανόντι και εγερθέντι» (Β Κορ. ε 14-15). Κατά συνέπειαν ο άνθρωπος δεν μπορεί να μετέχη εκκλησιαστικά στην αναστημένη ζωή του Κυρίου και να εξακολουθή να παραμένη στην απομόνωση της εγωκεντρικότητας και του ατομισμού. Κίνδυνος που εύκολα εμφιλοχωρεί στον εκκλησιαστικό μας χώρο. Το ποιμαντικό έργο της Εκκλησίας πρέπει να αντισταθή στην διογκούμενη διεκδίκηση της ατομικής σωτηρίας.
Χαρακτηριστικό όμως δείγμα εκκλησιαστικής προβολής και συμμετοχής στην εν Χριστώ σωτηρία είναι η ευχή της αναφοράς του Μ. Βασιλείου στην Λειτουργία του. «Οι πάντες παρελαύνουν στο αναίμακτο Θυσιαστήριο της Αγίας Τραπέζης, οι πονηροί και ολιγόψυχοι, οι πεπλανημένοι αιρετικοί, οι δαιμονισμένοι, οι εν εξορίαις και πικραίς δουλείαις, οι θλιβόμενοι και οι μισούντες ημάς. Το πλήρωμα της Εκκλησίας στον λειτουργικό χώρο εκπροσωπεί τους πάντες και διαμνημονεύοντας τα ονόματά τους προσφέρει την εσχατολογική δυνατότητα της κοινωνίας τους με τον Τριαδικό Θεό.

ΙV. Το ανούσιον της αμαρτίας, ως επεισόδιο και όχι ως γεγονός.

Υπογραμμίζεται από τον Γέροντα Θεόκλητο, που χρησιμοποιεί τους αγαπημένους του Πατέρας: Διάδοχο Φωτικής, Γρηγόριο Νύσσης, Μάξιμο Ομολογητή, Γρηγόριο Παλαμά. «Το κακόν ούτε εν τη φύσει εστίν, ούτε μεν φύσει τις εστίν κακός• κακόν γαρ ο Θεός ουκ εποίησεν. Ότε δε εν τη επιθυμία της καρδίας εις είδος φέρει τις το ουκ ον εν ουσία, τότε άρχεται είναι, όπερ αν τούτο ποιών εθέλοι• δει ουν αεί τη επιμελεία της μνήμης του Θεού αμελείν της έξεως του κακού• επειδή το μεν εστί, το δε ουκ εστι, ει μη μόνον εν τω πράττεσθαι» (αγ. Διάδοχος Φωτικής). Παρόλη την εσφαλμένη αίσθηση του αμαρτωλού ανθρώπου περί «αυτοφυΐας» και ότι «τα ορώμενα αυτόματα εισίν και ουκ έστιν υπό Δεσπότην ω προσήκει αυτόν πείθεσθαι» (αγ. Ιωάν. Χρυσ.), όμως η αμαρτία συνιστά «ατευξίαν και απόπτωσίν τινα του προσήκοντος, αυτό δε το της στερήσεως καλεί και άσκοπον» (αγ. Μάξιμος).
Ο Γέρων Θεόκλητος αντιμετωπίζει αγιογραφικά και πατερικά την αμαρτία, ως ψυχοσωματική ασθένεια του ανθρώπου. «Ως απώλειά τις εστί του πραγματικού» κατά την Πενθέκτην Οικ. Σύνοδον, δηλ. ένα είδος «σχιζοειδείας», που παραχαράσσει την πραγματικότητα της αληθείας. Η θεραπεία της αμαρτίας χρειάζεται μεν την χειρουργική επέμβαση της μετανοίας, αλλά και την έκχυση του ελαίου της αγάπης και της φιλανθρωπίας του Θεού. Η δικανική αντίληψη για την εκ μέρους του Θεού τιμωρία του αμαρτωλού ανθρώπου σε χρόνο μεταγενέστερο της διαπραχθείσης αμαρτίας παραθεωρεί πως η ίδια η αμαρτία συνιστά την «αυτοτιμωρία» του ανθρώπου. Η εκ των έξω (Θεός-άνθρωποι) τιμωρία της αμαρτίας συνιστά την δικαίωση και την επιβράβευση του αμαρτωλού, γιατί έτσι αναγνωρίζεται μονομερώς και ικανοποιείται η επιδίωξή της, που είναι η οριστική απομάκρυνση του ανθρώπου από τον Θεό και επομένως ο εκμηδενισμός του. Κάτι τέτοιο ζήτησε και ο Κάϊν από τον Θεό: «ει εκβάλλεις με σήμερον από προσώπου της γης και έσται πας ο ευρίσκων με, αποκτενεί με. Και Κύριος ο Θεός έθετο σημείον τω Κάϊν του μη ανελείν αυτόν πάντα τον ευρίσκοντα αυτόν» (Γεν. δ 13 εξ.). Δεν υπάρχει μεγαλύτερη «τιμωρία» για τον αμετανόητο αμαρτωλό άνθρωπο, που μισεί τον Θεό και ζητεί την χειραφέτησή του από Αυτόν, όταν βλέπη και μάλιστα με επίταση να τον περιφρουρή και να τον καταδιώκη η αγάπη του Θεού. Εν τω ελέει Του ο Θεός εξολοθρεύει την εχθρότητα της αμαρτίας και η αγάπη Του ως άσβεστο πυρ κατακαίει τα σωθικά του αμαρτωλού, που την απωθεί και την απορρίπτει, αλλά χωρίς επιτυχία.

V. Η εσχατολογική διάσταση του ανθρώπου:

Αναφέρεται κατά τον Γέροντα Θεόκλητο στην ολοκληρωμένη Χάρη και προσφορά της αγάπης του Θεού εν Χριστώ και στην δυνατότητα του ανθρώπου να διατηρή τον εαυτό του κατά την αναπτυξιακή πορεία του διάφανο να την αποδέχεται και να την ακτινοβολή σε όλους. Η αποδοχή της αγάπης του Θεού από τον άνθρωπο που «εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών δια Πνεύματος Αγίου του δοθέντος ημίν» (Ρωμ. ε 5) μας συνδέει με την εσχατολογική μας διάσταση, που δίνει σε όλα τα όντα την αληθινή τους υπόσταση, δηλ. τη θέση τους στην Βασιλεία του Θεού. «Αγαπητοί, νυν τέκνα Θεού εσμέν και ούπω εφανερώθη τι εσόμεθα• οίδαμεν ότι, εάν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα, ότι οψόμεθα αυτόν καθώς εστί. Και πας ο έχων την ελπίδα ταύτην επ’ αυτώ αγνίζει εαυτόν, καθώς εκείνος αγνός εστί.» (Ιωάν. γ 2-3) «Δια πίστεως περιπατούμεν, ου δια είδους (βιολογικού και των αισθήσεων)». «Τη γαρ ελπίδι εσώθημεν• ελπίς δε βλεπομένη ουκ έστιν ελπίς• ο γαρ και βλέπει τις τι και ελπίζει; ει ο ου βλέπομεν ελπίζομεν, δι’ υπομονής απεκδεχόμεθα» (Ρωμ. η 24).
Η εν Χριστώ αγάπη δεν είναι απλά μια αρετή η μια ηθική κατηγορία. Είναι οντολογικό γεγονός, η φανέρωση της εικόνος του Θεού εν Χριστώ στα έσχατα, όταν ο Χριστός φανερωθή, τότε και υμείς συν αυτώ φανερωθήσεσθε εν δόξη». (Κολοσσαείς) Κατά τον παρόντα αιώνα των πνευματικών εναντιώσεων και μεταπτώσεων «η ζωή ημών κέκρυπται συν τω Χριστώ εν τω Θεώ και επομένως η οποιαδήποτε αρνητική εικόνα του ανθρώπου, όπως ήταν χθες η σήμερα δεν εκπροσωπεί την εσχατολογική του φανέρωση. Γι’ αυτό και ο «κρίνων προ της Χριστού παρουσίας αντίχριστός εστί, ότι το αξίωμα του Χριστού αρπάζει. Συ μεν γαρ ίσως οράς αυτόν αμαρτάνοντα, ουκ οίδας εν ποίω τέλει τον βίον παρέλθοι» (Αναστ. Σιναΐτης)
Στον ευχαριστιακό χώρο της Εκκλησίας αναστρεφόμαστε έστω και φευγαλέα με τον μέλλοντα αιώνα και η ελάχιστη αυτή εμπειρία μας βοηθά να υπερβαίνουμε τις επικίνδυνες εναντιώσεις του παρόντος, χωρίς να τις απομακρύνουμε οριστικά. Στην Εκκλησία έχουμε την αίσθηση πως όλοι είμαστε οι μετανοούντες αμαρτωλοί. Το εκζητούμενο έλεος του Θεού μας συνδέει με το έσχατο τέλος της υπάρξεώς μας, που είναι ο Χριστός, και μας βοηθά με την μετάνοια να ανακαλύψουμε την αρχή μας, δηλ. «την κατ’ εικόνα Θεού» δημιουργία μας. «Ουχί το τέλος εκ της αρχής, αλλ’ η αρχή εκ του τέλους» (Μάξιμος Ομολογητής).
Η αγάπη στο πρόσωπο του εχθρού δεν απαιτεί την άρση της εχθρότητάς του για να του προσφερθή από τον αγαπώντα. Η εσχατολογική προοπτική της αγάπης βλέπει από τώρα τον εχθρό μεταμορφωμένο εν Χριστώ, γι’ αυτό «και καλύπτει πλήθος αμαρτιών και σώζει ψυχήν εκ θανάτου». Η εκζητούμενη και προσφερόμενη συγχώρηση φανερώνει πως ο αγαπών εν Χριστώ μπορεί άνετα να συνυπάρχη με εκείνον που τον έβλαψε και μάλιστα όχι μόνο σε ένα ατέλειωτο μέλλον, αλλά και στον παρόντα αιώνα. Με το εσχατολογικό του ήθος ο άνθρωπος αισθάνεται αδιάκοπα ως «πρόβατον απολωλός», αλλά εμπιστεύεται την απολλυμένη ύπαρξή του στον Καλό Ποιμένα και στην διαβεβαίωσή Του: «εν τω κόσμω τούτω θλίψιν έξετε, αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον».
Ο Θεάνθρωπος Κύριος είναι ο Νικητής της φθοράς και του θανάτου και κατά συνέπειαν ολόκληρη η Κτίση και οι άνθρωποι είναι προορισμένη από την αγάπη του Τριαδικού Θεού να ζη «εις τους αιώνας των αιώνων έχοντας ως Κεφαλήν τον έσχατον Αδάμ, που πραγματοποίησε ο,τι αρνήθηκε ο πρώτος Αδάμ, δηλ. την κοινωνία και την μετοχή του δημιουργήματος στην άκτιστη ζωή του Θεού. Εδώ φανερώνεται και το ύψιστο σημείο της αισιοδοξίας και της ελπίδος στην εν Χριστώ ανθρωπολογία μας.–
© 2013 Ἱερά Μητρόπολις Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου.

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

Περί ἱκανοποιήσεως, δηλαδή περί νηστείας, ἐλεημοσύνης καί προσευχῆς


Τό τρίτο καί τελευταῖο μέρος τῆς μετάνοιας λέγεται ἱκανοποίηση, τό ὁποῖο εἶναι ὁ κόπος καί ὁ κανόνας ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, καί ἔχει τρεῖς ἀρετές ὡς συνεργάτες καί βοηθούς, δηλαδή τή νηστεία, τήν ἐλεημοσύνη καί τήν προσευχή· αὐτές οἱ ἀρετές, μέ τό νά εἶναι βαριές γιά τή σάρκα καί κοπιαστικές, μποροῦν νά κάνουν πολλά γιά τήν ἱκανοποίηση καί τήν τιμωρία τῆς ἁμαρτίας πού διαπράξαμε δίνοντας στήν ἴδια σάρκα ἡδονή καί ἀπόλαυση. Καί ἐπειδή τά μεγαλύτερα ἁμαρτήματα εἶναι τά ἑξῆς τρία: ὑπερηφάνεια, φιλαργυρία καί πορνεία, στήν ὁποία περιλαμβάνεται καί ἡ γαστριμαργία, τά ὁποῖα, ὡς τρεῖς μεγάλοι γίγαντες, μᾶς πολεμοῦν συνεχῶς, γι’ αὐτό στήν ἱκανοποίηση ἐναντίον τους μᾶς βοηθοῦν τά ἑξῆς τρία: ἡ νηστεία ἐναντίον τῆς σάρκας, ἡ ἐλεημοσύνη ἐναντίον τῆς φιλαργυρίας καί ἡ προσευχή ἐναντίον τῆς ὑπερηφάνειας· γιατί αὐτός πού προσεύχεται στέκεται σάν κατάδικος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, μέ πολλή ταπείνωση. Καί ἀκόμη μέ τίς ἀρετές αὐτές προσφέρει ὁ ἄνθρωπος μιά ὁλοκληρωτική θυσία τοῦ ἑαυτοῦ του καί τῶν πραγμάτων του. Μέ τήν ἐλεημοσύνη προσφέρει τήν περιουσία του, μέ τή νηστεία θυσιάζει τή σάρκα του καί μέ τήν προσευχή προσφέρει τήν ψυχή του στόν Κύριο. Ἡ ἀνάγκη, λοιπόν, καί τό ὄφελος αὐτῆς τῆς ἱκανοποιήσεως γίνονται κατανοητά μέ τή
σύγκριση ἀνάμεσα στό μυστήριο τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί στό μυστήριο τῆς μετάνοιας· γιατί τό βάπτισμα, πού εἶναι ἡ θύρα ὅλων τῶν μυστηρίων, θεωρεῖται μιά γέννηση τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία εἰσέρχεται τώρα στή χριστιανική πολιτεία, ἀπό τήν ὁποία ἦταν ξένη.

Ὅ
πως ἕνα βρέφος, λοιπόν, ἀφήνει τήν ὕπαρξη ἐκείνη πού εἶχε προηγουμένως καί παίρνει ἄλλη καινούργια, μέ τή δύναμη καί τή χάρη τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ἔτσι καί ἡ ψυχή πού ἀναγεννᾶται στήν πνευματική ζωή μέ τό βάπτισμα τῶν δακρύων τῆς μετάνοιας ἀφήνει τήν προηγούμενη ὕπαρξη τῆς ἁμαρτίας, πού ὑπέκειτο στό ἔγκλημα καί στήν κόλαση, καί παίρνει μιά νέα ὕπαρξη τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί τῆς χάριτος, στήν ὁποία δέν μένει κανένα στοιχεῖο τῆς προηγούμενης διαγωγῆς. Ἀλήθεια, τό μυστήριο τῆς μετάνοιας εἶναι καθαρισμός καί θεραπεία τῆς ψυχῆς καί κάποιες φορές θεραπεύει τελείως καί ὑγιαίνει τόν ἄρρωστο, καί πολλές φορές πάλι ἀφήνει κάποια λείψανα τῆς περασμένης ἀσθένειας, δηλαδή κατά τή συντριβή τῆς καρδιᾶς, ἡ ὁποία ὅταν εἶναι τέλεια, ὅπως πρέπει, λυτρώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν ἁμαρτία καί τήν κόλαση. Ὅμως, ἐπειδή σπάνια τυχαίνει τέτοια συντριβή, χρειαζόμαστε πολύ τήν ἱκανοποίηση τῶν παραπάνω τριῶν ἀρετῶν γιά ὁλοκληρωτική θεραπεία τῆς ἁμαρτίας. Καί ἀκόμη, ὅπως τό ἅγιο βάπτισμα περιέχει μέσα τοῦ ὅλες τίς δωρεές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἑνωμένες μέ τή χάρη ἐκείνου ἀπό τόν ὁποῖο προέρχονται ὅλα αὐτά τά ἀγαθά, ἔτσι καί ἡ θερμότατη καί ἀληθινή μετάνοια περιέχει ὁμοίως ὅλους αὐτούς τούς θησαυρούς καί τά δῶρα, καί κυρίως ἕνα νέο φῶς καί ἐπίγνωση τῶν πνευματικῶν καί θείων πραγμάτων στά ὁποῖα ἦταν τυφλός ὁ ἄνθρωπος προηγουμένως, σάν νά βρισκόταν στό σκοτάδι καί στή σκιά τοῦ θανάτου καί μᾶς φέρνει μιά καινούργια ἀγάπη πρός τό Θεό, ἡ ὁποία εἶναι τύπος τῆς ἀληθινῆς μετάνοιας καί ὅλων τῶν ἀρετῶν καί προκαλεῖ θαυμαστές ἐνέργειες στήν ψυχή μας. Ὅπως εἶναι οἱ χάρες τῆς ἐπιστροφῆς διάφορες, σέ ἄλλον μεγαλύτερες, ὅπως στόν Παῦλο, καί σέ ἄλλον μικρότερες, ἔτσι εἶναι καί οἱ ἐνέργειες καί τά ἐσωτερικά κινήματα πού δημιουργεῖ αὐτή ἡ ἀρετή, ἡ ὁποία προκαλεῖ μιά μετάνοια καί θλίψη στήν ψυχή γιά τήν παρακοή πού ἔκανε στό Θεό, καί ἐπιθυμεῖ περισσότερο νά ὑποστεῖ διάφορα βασανιστήρια παρά νά πικραίνει ἕναν τέτοιο Δεσπότη· καί ἔτσι ἔχει περισσότερο φόβο γιά τή θεία μεγαλειότητα, βλέποντας ὅτι ἡ παράβαση ἐξόργισε τόν Παντοδύναμο, καί ἐπειδή ντρέπεται νά παρουσιαστεῖ μπροστά του, ἔχει πολύ πόθο νά ἱκανοποιήσει γιά τίς ἁμαρτίες του τόν Κύριο μέ τόν πρεπούμενο κανόνα, νά τόν ἐξευμενίσει γιά τήν παρακοή πού ἔκανε καί νά ἐκδικηθεῖ τή σάρκα του, ἡ ὁποία ἦταν ἡ αἰτία τῆς ἁμαρτίας.

Γι’ αὐτό, λοιπόν, πρέπει ἡ ψυχή, πού καταφρόνησε τόν Κτίστη γιά τήν ἡδονή τοῦ κτίσματος, νά θεραπεύσει μέ ἑκούσιο πόνο τή θεληματική ἡδονή καί μέ θεληματική θλίψη τήν ἑκούσια ἀπόλαυση, μέ τήν ὁποία στερήθηκε τό θεῖο φῶς. Καί ἐπειδή ἡ παίδευση καθαρίζει τό φταίξιμο, εἶναι δίκαιο νά δεχτεῖ τήν τιμωρία ὅποιος τόλμησε νά τελέσει τήν ἁμαρτία. Ἐπειδή,
λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος μέ τήν ἁμαρτία καταφρόνησε τό ὑπέρτατο ἀγαθό καί τό ἀντάλλαξε μέ ἕνα τιποτένιο καί εὐκαταφρόντητο κτίσμα, κάτι πού ἀποτελεῖ μεγάλη ὕβρη τῆς ὑπέρτατης καί ὑπερτίμου μεγαλειότητος, πρέπει νά ταπεινωθεῖ καί νά καταφρονεθεῖ ἑκουσίως μέχρι ἐδάφους ὅποιος ἐξύβρισε τέτοιον Δεσπότη. Μέ αὐτό τόν τρόπο, λοιπόν, κοπιάζουν ὅσοι τούς ἄνοιξε τά μάτια ὁ Θεός μέ αὐτό τό οὐράνιο φῶς καί ἱκανοποιοῦν τήν ἁμαρτία γιά νά ἀξιωθοῦν τή συγχώρηση. Ἐπειδή, λοιπόν, μέ τρία πράγματα ἁμαρτάνουμε πρός τό Θεό περισσότερο, μέ τήν περιουσία, μέ τό σῶμα καί μέ τήν ψυχή, εἶναι ἀναγκαῖο μέ αὐτά νά κάνουμε τήν ἱκανοποίηση καί τή θυσία πρός τό Δεσπότη, ἡ ὁποία γίνεται μέ τίς παραπάνω τρεῖς ἀρετές. Μέ τήν ἐλεημοσύνη θυσιάζουμε τήν περιουσία, μέ τή νηστεία τό σῶμα καί μέ τήν προσευχή τό πνεῦμα. Καί ἀκόμη, ὅλες οἱ ἁμαρτίες γίνονται ἤ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ ἤ ἐναντίον μας ἤ ἐναντίον τοῦ πλησίον, καί αὐτά τά τρία ἁμαρτήματα ἱκανοποιοῦν καί πληρώνουν οἱ τρεῖς ἀρετές.Ἡ νηστεία γιά μᾶς, ἡ ἐλεημοσύνη γιά τόν πλησίον καί ἡ προσευχή γιά τό Θεό. Ὅποιος, λοιπόν, ἐπιθυμεῖ νά ἐξευμενίσει τό Θεό πρέπει νά φροντίζει νά τηρεῖ αὐτές τίς ἀρετές, καί πρῶτα, ἄς ἀρχίζει ἀπό τήν ἄμωμη νηστεία, ἡ ὁποία, ὅπως εἴπαμε, μέ τόν πόνο τῆς τιμωρίας πληρώνει γιά τήν ἡδονή τῆς ἁμαρτίας τιμωρώντας τή σάρκα, ἡ ὁποία ἦταν ἡ αἰτία τῆς παράβασης. Γι’ αὐτό ἐγκρατευόμαστε ἀπό τίς φθειρόμενες τροφές, γιά νά λάβουμε ἄφεση γιά τά ἀπαγορευμένα σφάλματα καί μέ μιά συντομότατη νηστεία νά ἀποφύγουμε τήν παντοτινή τιμωρία καί τήν αἰώνια νηστεία, γιατί ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας κληρονομοῦμε τόν ἄχαρο ἅδη, ὅπου δέν ὑπάρχει παρηγοριά ἀλλά λιμός καί δάκρυα πάντοτε.

Μακάρια, λοιπόν, ἡ νηστεία, μέ τήν ὁποία λυτρωνόμαστε ἀπό τόν λιμό καί τήν κόλαση. Ἡ νηστεία ξεπλένει τά ἁμαρτήματα, διαλύει τά παλαιά ἀνομήματα καί μᾶς προστατεύει ἀπό τά μελλούμενα. Ἡ νηστεία εἶναι ἰσχυρό προπύργιο τοῦ Θεοῦ, παλάτι τοῦ Χριστοῦ καί τεῖχος τοῦ Παναγίου Πνεύματος, σημαία τῆς πίστεως, σημεῖο τῆς ἀγάπης καί στερέωμα τῆς σωφροσύνης. Ἡ νηστεία λαμπραίνει τήν ψυχή, ὑψώνει τίς αἰσθήσεις, ὑποδουλώνει τή σάρκα στό πνεῦμα, κάνει τήν καρδιά συντετριμμένη καί ταπεινή, διαλύει τά νέφη τῆς ἐπιθυμίας, σβήνει τή φωτιά τῆς πορνείας καί ἀνάβει τό φῶς τῆς σωφροσύνης. Ἡ νηστεία εἶναι χαλινάρι τῶν ἐπιθυμιῶν καί ἀπονέκρωση τῶν παθῶν, ἀδελφή τῆς φτώχειας, τέκνο τῆς μετάνοιας, ξίφος τῆς φιλαυτίας, φύλακας τῆς σωτηρίας μας καί ἰσχυρή μεσίτρια πρός τό Θεό, γιά νά λάβουμε ἀπό αὐτόν δωρεές καί χάριτες. Μέ αὐτήν ἐξιλέωσαν οἱ Νινευίτες τό Θεό· μέ αὐτήν οἱ Ἰσραηλίτες βρῆκαν βοήθεια στίς θλίψεις· μέ τή νηστεία οἱ τρεῖς Παῖδες νίκησαν τή φωτιά· μέ αὐτή ὁ Ἠλίας ἀναγνωρίζεται ὡς πύρινος ἁρματηλάτης· μέ αὐτή ὁ Μωυσῆς δέχτηκε ἀπό τό Θεό τό Νόμο· καί τί νά λέω τά περιττά· μέ τή νηστεία ὁ Δεσπότης Χριστός προετοιμάστηκε γιά τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, γιά νά μᾶς δώσει παράδειγμα πόσο ὠφέλιμη εἶναι ἡ νηστεία. Ὅποιος, λοιπόν, ποθεῖ νά θεραπευτεῖ, νά κάνει τόν Κύριο ἐκδίκηση κατά τῶν ἐχθρῶν του καί νά ἀπολαύσει ὅλα τά προαναφερθέντα ἀξιώματα, ἄς ὁπλιστεῖ μέ ἕνα ἅγιο μίσος ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του, δηλαδή νά μισήσει τή σάρκα, νά τήν τιμωρήσει μέ νηστεῖες, ἀγρυπνίες καί προσευχές, καί μέ ὅσες περισσότερες σκληραγωγίες μπορέσει· γιατί μέ αὐτό τόν τρόπο ὄχι μόνο ἱκανοποιεῖ τό Θεό ἀλλά νικᾶ καί κατά κράτος τόν ἰσχυρότερό του ἐχθρό καί γίνεται ἡ ψυχή καί τό σῶμα ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτά ὅλα πού εἴπαμε ἄς γίνουν μέ τήν πρέπουσα διάκριση, δηλαδή ὅσο μπορεῖς νά τά κάνεις χωρίς νά θανατώσεις τόν ἄνθρωπο, γιατί πολλοί ἐπιχείρησαν ἐγκράτεια μεγαλύτερη ἀπό τή δύναμή τους καί ἀσθένησαν τόσο πολύ, πού ὕστερα τήν ἐγκατέλειψαν ἐντελῶς γιά νά ἀποκτήσουν τήν ὑγεία τους. Γι’ αὐτό ἄς κάνει ὁ καθένας ἀνάλογα μέ τίς δυνάμεις του, γιατί ἄλλος μπορεῖ νά νηστέψει τρεῖς μέρες χωρίς βλάβη καί ἄλλος δέν μπορεῖ οὔτε μία μέρα. Ἡ διάκριση, λοιπόν, εἶναι μεγαλύτερη ἀπ’ ὅλες τίς ἀρετές.

Σ
υνόδεψε τή νηστεία μέ τά ἔργα τῆς ἐλεημοσύνης, γιά νά εἶναι ὠφελιμότερη καί θεάρεστη, γιατί ἡ νηστεία χωρίς ἀγάπη καί ἔλεος εἶναι σάν τό λυχνάρι χωρίς λάδι. Δῶσε, λοιπόν, ἐλεημοσύνη γιά νά ἐπακούσει τήν προσευχή σου ὁ Κύριος, νά συγχωρήσει τίς ἁμαρτίες σου, νά σέ λυτρώσει ἀπό τά μελλούμενα κακά καί νά σοῦ χαρίσει τά αἰώνια ἀγαθά. Ἡ νηστεία μαραίνει τά πάθη τῆς σάρκας καί ἀφανίζει τίς αἰτίες τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά δέ δίνει τήν τέλεια ὑγεία χωρίς τήν ἀλοιφή τῆς ἐλεημοσύνης, χωρίς τόν ποταμό τῆς εὐσπλαχνίας καί τήν ἐπιδρομή τῆς εὐποιίας. Ἡ νηστεία θεραπεύει τίς πληγές τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά δέ βγάζει τά στίγματά του χωρίς τό λάδι τῆς συμπάθειας. Ὁ « Ἐκκλησιαστής» λέει ὅτι ὅπως τό νερό σβήνει τή φωτιά, ἔτσι ἡ ἐλεημοσύνη ἀφανίζει τήν ἁμαρτία. Καί λέει ὁ μέγας Ἀμβρόσιος: «Μεγάλη ὄντως ἡ δύναμη τῆς ἐλεημοσύνης, γιατί μέ τήν πηγή αὐτῆς τῆς ἀγάπης σβήνει τή φωτιά τῶν ἐγκλημάτων μέ τέτοιο τρόπο ὥστε ἀκόμα καί ἄν εἶναι θυμωμένος ὁ Δικαστής ἐναντίον ἐκείνου πού ἁμάρτησε καί θέλει νά τόν τιμωρήσει, μέ τή δύναμη τῆς ἐλεημοσύνης τόν συγχωρεῖ». Δέν βρῆκε ἄλλο τρόπο ὁ προφήτης Δανιήλ νά λυτρώσειΝαβουχοδονόσορα ἀπό τήν ἀπειλή τοῦ Κυρίου ἐκτός ἀπό τήν εὐσπλαχνία, καί τοῦ λέει: « Ἄκου τή συμβουλή μου, βασιλιά, ἐξάλειψε μέ τήν ἐλεημοσύνη τίς ἁμαρτίες σου καί τίς πονηρίες σου μέ τά ἔργα τῆς εὐποιίας πρός τούς φτωχούς». Αὐτά εἶπε ὁ ἅγιος γνωρίζοντας πόση δύναμη ἔχει ἡ ἐλεημοσύνη νά ἐξευμενίσει τόν Πανοικτίρμονα.

Ἐ
πειδή, λοιπόν, τόσο μεγάλη δύναμη ἔχει ἡ ἀρετή αὐτή, ὅποιος θέλει νά βρεῖ ἔλεος ἀπό τό Θεό ἄς ντυθεῖ αὐτό τό ροῦχο, ἄς σπλαχνίζεται τούς φτωχούς, τίς χῆρες καί τά ὀρφανά μέ τήν περιουσία πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός. Καί ἄν ἀκόμα εἶναι φτωχός, μέ τή συμβουλή καί τή μεσιτεία του, καί ἄν δέν μπορεῖ τίποτε ἄλλο, τουλάχιστον ἄς τούς συμπονέσει μέ τήν καρδιά του, καί θά ἔχει μισθό γι’ αὐτό. Ἐπειδή, σύμφωνα μέ τόν Γρηγόριο τό Διάλογο, δέ δίνει λιγότερα ὅποιος συμπονεῖ τό φτωχό μέ τήν καρδιά του ἀπό ἐκεῖνον πού τόν βοηθάει μέ τήν περιουσία του, γιατί ὁ μέν ἕνας δίνει χρήματα ἐνῶ ὁ ἄλλος τήν ψυχή του. Ὁ Μέγας Αὐγουστίνος λέει ὅτι μεγαλύτερη ἐλεημοσύνη εἶναι νά συγχωρέσεις μέ ὅλη τήν καρδιά σου αὐτόν πού σοῦ ἔφταιξε. Καί ἐπειδή δέν μπορεῖς νά ζήσεις οὔτε μία ὥρα ἀναμάρτητος, συγχώρησε τόν ἀδελφό σου, ἐάν ποθεῖς νά συγχωρέσει ὁ Κύριος τά δικά σου πταίσματα. Τό ἴδιο λέει καί ὁ Καισάριος. Ὅποιος δέν ἔχει νά ἐλευθερώσει αἰχμάλωτο ἤ νά ντύσει γυμνό ἄς πιέζεται νά μήν ἔχει μίσος στήν καρδιά κατά τοῦ πλησίον καί νά μήν ἀποδώσει κακό ἀντί κακοῦ στούς ἐχθρούς του, ἀλλά νά τούς ἀγαπᾶ μάλιστα καί νά προσεύχεται γι’ αὐτούς καί νά ἔχει μεγάλη ἐλπίδα στήν εὐσπλαχνία καί ὑπόσχεση τοῦ Δεσπότου μας καί νά τοῦ λέει: «Δῶσε μου, Κύριε, ὅ,τι ἔδωσα. Συγχώρεσέ με ὅπως καί ἐγώ συγχώρεσα». Δέ γράφουμε ἐδῶ περισσότερα σχετικά μέ τήν ἐλεημοσύνη, γιατί παρακάτω θά μιλήσουμε ξεχωριστά γιά τήν ἀρετή αὐτή, ἡ ὁποία εἶναι ἰδιαίτερα ὠφέλιμη στή σωτηρία μας καί δέν πρέπει νά τήν περάσουμε μέ συντομία.

Τό τρίτο μέρος τῆς ἱκανοποιήσεως εἶναι ἡ ἱερή προσευχή, ἡ ὁποία ὅταν γίνει μέ πίστη καί πολλή ταπείνωση, ὅ,τι καί ἄν ζητήσουμε μέ αὐτή ἀπό τόν Κύριο, ἀναμφίβολα τό παίρνουμε, ὅπως μᾶς ὑποσχέθηκε σέ πολλά σημεῖα τοῦ Εὐαγγελίου. Ὅμως, σωστό εἶναι νά ζητοῦμε εὔλογα πράγματα καί ὠφέλιμα γιά τήν ψυχή μας, γιατί κάθε προσευχή πού γίνεται μέ τόν τρόπο πού πρέπει καί συνακόλουθα πού εἶναι ἀναγκαῖα, κατευθύνεται καί παρουσιάζεται μπροστά στό Θεό καί ἐκεῖνος ἐπακούει τήν αἴτησή μας. Ἐάν πάλι ἀργήσει καμιά φορά νά μᾶς ἐπακούσει καί νά μᾶς δώσει αὐτό πού τοῦ ζητᾶμε, αὐτό τό κάνει ὁ σοφότατος Εὐεργέτης γιά νά εἴμαστε ὕστερα ἄγρυπνοι καί ἐπιμελέστατοι, ἀφοῦ μᾶς τό δώσει, νά τό φυλᾶμε ἀκριβά καί νά μήν τό χάσουμε. Ἡ προσευχή ἀφανίζει τίς ἁμαρτίες τοῦ προσευχόμενου, ὅπως φάνηκε μέ τόν Τελώνη. Αὐτή ἐκφοβίζει καίδιασκορπίζει τούς δαίμονες, ὁρίζει τά στοιχεῖα, τόν οὐρανό καί τόν ἥλιο ὅπως φάνηκε σέ διάφορους καιρούς καί τόπους. Μέ τήν προσευχή ἔσχισε ὁ Μωυσῆς τήν Ἐρυθρά θάλασσα καί πέρασαν οἱ Ἰσραηλίτες ὅλοι καί οἱ ἐχθροί τους πνίγηκαν. Ὁμοίως καί ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ προσευχήθηκε καί πέρασε τόν Ἰορδάνη καί πρόσταξε τόν ἥλιο καί σταμάτησε ἕξι ὧρες τό δρόμο του. Τό ἴδιο ἔκανε ὁ ἀββᾶς Πατερμούθιος καί κάποιοι ἄλλοι. Ὁ Ἠλίας πρόσταξε τούς οὐρανούς καί δέν ἔβρεξαν σαράντα δύο μῆνες· καί τότε ἔκανε πάλι προσευχή καί ἦρθε βροχή ἀναρίθμητη.

Ἀλλά γιά νά μή διηγοῦμαι τό καθένα ξεχωριστά, ἡ προσευχή μπορεῖ νά βγάλει ἀπό τόν ἅδη ψυχές ἀνθρώπων καί νά ζωογονήσει τά σώματα, νά ξεριζώσει ὄρη καί δέντρα ἀπό τή στεριά, νά τά φυτέψει στήν ὑγρή φύση τοῦ νεροῦ, ὅπως εἴδαμε νά κάνουν κάποιοι ἐνάρετοι ἄνθρωποι· καί, μέ λίγα λόγια, ὅλα ὅσα θελήσει νά κάνει ἕνας πιστός, σημεῖα καί τέρατα, ἀρκεῖ νά κάνει μέ εὐλάβεια καί πίστη προσευχή καί νά μήν ὑπερηφανευτεῖ μέσα στήν καρδιά του καί θά τόν ἐπακούσει ὁ Δεσπότης, ὅπως εἶπε στό ἱερό Εὐαγγέλιο. Αὐτή τήν προσευχή τήν ἐγκωμιάζει πολύ ὁ Μέγας Βασίλειος καί λέει περί αὐτῆς τά ἑξῆς: « Ἡ προσευχή εἶναι συνύπαρξη καί ἕνωση ἀνθρώπου καί Θεοῦ, σύσταση κόσμου, συμφιλίωση μέ τό Θεό, μητέρα τῶν δακρύων, ἱλασμός ἁμαρτημάτων, γέφυρα τῶν πειρασμῶν, θραύση πολέμου, ἔργο ἀγγέλων, πηγή ἀρετῶν, πρόξενος χαρισμάτων, φωτισμός τοῦ νοῦ, ἀόρατη προκοπή, τροφή τῆς ψυχῆς, πέλεκυς τῆς ἀπόγνωσης, ἀπόδειξη τῆς ἐλπίδας, διάλυση τῆς λύπης, πλοῦτος τῶν μοναχῶν, μείωση τοῦ θυμοῦ, ἔσοπτρον τῆς προκοπῆς καί, γιά νά τό πῶ μέ συντομία, προσευχή εἶναι γι’ αὐτόν πού ὄντως προσεύχεται δικαστήριο καί κριτήριο καί βῆμα τοῦ Χριστοῦ πρίν ἀπό τό μελλοντικό βῆμα»· δηλαδή, ἡ προσευχή εἶναι γιά ἐκεῖνον πού προσεύχεται σάν δικαστήριο πρίν ἀπό τή φοβερή Κρίση τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ καί καταδικάζεται ἀπό μόνος του ἐδῶ ὁ ἁμαρτωλός γιά νά βρεθεῖ ἐκεῖ ἀθῶος. Καλότυχος, λοιπόν, ὅποιος κλαίει πικρῶς ἐδῶ προσευχόμενος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, γιατί αὐτός δέ θά κριθεῖ τότε στό φοβερό ἐκεῖνο δικαστήριο. Γι’ αὐτό, ἀγαπητέ, ξεκινώντας τήν προσευχή ἄσε ὅλες τίς φροντίδες καί τίς αἰσθήσεις τοῦ σώματος, ἐγκατάλειψε τή γῆ καί τή θάλασσα, πέτα στόν αἰθέρα καί στά ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ καί δές τίς στρατιές τῶν ἀσωμάτων δυνάμεων, τά πολυόμματα Χερουβίμ καί τά ἑξαπτέρυγα Σεραφίμ, καί ὕψωσε τή διάνοιά σου πάνω ἀπ’ ὅλη τήν κτίση καί ἀνύψωσε τό νοῦ σου πάνω ἀπ’ ὅλα καί ἐννόησε τήν ἀπόρρητη καί ἱδρυμένη πέρα ἀπό κάθε νοῦ θεία φύση, τήν ἄτρεπτη, ἀναλλοίωτη, ἁπλή, ἀσύνθετη, ἀδιαίρετη σέ τρεῖς ὑποστάσεις, φῶς ἀπρόσιτο, δύναμη ἄφραστη, ἀμήχανο κάλλος, πού ἅπτεται σφοδρῶς
τῆς πληγωμένης ψυχῆς, καί εἶναι ἀδύνατον νά δηλωθεῖ μέ λόγια σύμφωνα μέ τήν ἀξία. Ἐκεῖ ὁ Πατήρ καί ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἕνας καί τά τρία Θεός. Τρία ἅγια, σύνθρονα, ὁμοούσια, ἀΐδια. Μία θεότητα, μία κυριότητα καί ἁγιότητα πού περιέχει, δημιουργεῖ καί ἁγιάζει τά πάντα. Μία θεότητα καί δύναμη. Ἕνας Βασιλιάς τῶν βασιλευόντων καί Κύριος  τῶν κυριευόντων.

Αὐτόν τό Βασιλιά σκέψου, ἁμαρτωλέ, ὅταν προσεύχεσαι, γιά νά καταλάβεις τή μεγαλειότητά του καί πόσο πρέπει νά τόν ἀγαπᾶς καί νά σέβεσαι τό ὄνομά του, γιατί αὐτός εἶναι Θεός παντέλειος, πάρα πολύ ὡραῖος, περισσότερο ἀπό τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων, πανάγαθος, πολυεύσπλαχνος, φοβερός καί δίκαιος. Καί ἀκόμη, Πατήρ φιλόστοργος, εὐεργέτης πλουσιοπάροχος, Λυτρωτής καί Σωτήρ πολυέλεος· καί ὅταν τόν στοχαστεῖς μέ αὐτά τά ἐπίθετα, θά καταλάβεις μέ ποιά καρδιά πρέπει νά λατρεύεις καί νά σέβεσαι ἕναν τέτοιον Δεσπότη, δηλαδή νά τόν προκυνᾶς ὡς Θεό, νά τόν ὑμνεῖς ὡς ὑπερένδοξο, νά τόν ἀγαπᾶς ὡς ὡραῖο καί πανάγαθο, νά τόν τρέμεις ὡς δίκαιο καί φοβερό, νά ὑποτάσσεσαι στό θέλημά του ὡς παγκόσμιο Βασιλέα, νά τόν εὐχαριστεῖς ὡς Εὐεργέτη καί νά τόν δοξάζεις ὡς Θεό, νά τοῦ προσφέρεις τόν ἑαυτό σου ὡς Δημιουργό καί Ποιητή καί ὅσα ἐξουσιάζεις, ἐπειδή ὅλα εἶναι δικά του χαρίσματα, καί ὡς Σωτήρα καί Λυτρωτή νά τοῦ ζητᾶς στήν προσευχή σου βοήθεια. Αὐτές καί ἄλλες ὅμοιες πράξεις ἀρετῆς χρωστάει τό λογικό κτίσμα πρός τό Δημιουργό καί Κτίστη του. Γιατί, ὅπως ἐκεῖνος εἶναι τά πάντα ἐν πᾶσι, ἔτσι θέλει νά εὐλαβεῖται καί νά τιμᾶται ἀπό ὅλους μέ ὅλες τίς αἰσθήσεις καί τίς πράξεις, τό ὁποῖο γίνεται βέβαια μέ ὅλες τίς πράξεις πού τελοῦνται πρός δόξαν του, ὅμως στήν προσευχή πληροῦνται ἐξαίρετα, ὅταν ἀκολουθοῦν οἱ πράξεις αὐτῶν τῶν ἀρετῶν, δηλαδή τῆς πίστης, τῆς ἐλπίδας, τῆς ἀγάπης, τῆς ταπείνωσης καί ἄλλων ὁμοίων. Ἀλλά γιά νά μή νομίσεις πώς ἀπέχει ὁ Κύριος πολύ μακριά ἀπό ἐσένα, νά ξέρεις ὅτι ὡς αἰτία τῶν ὄντων καί Θεός ἀπερίγραπτος εἶναι παρών σέ κάθε τόπο, καί μάλιστα ὅταν προσεύχεσαι, στέκεται στ’ ἀλήθεια μπροστά σου, ἀκούει τά λόγια, στοχάζεται τήν εὐλάβειά σου καί ἐπιθυμεῖ τά δάκρυά σου.

Βλέποντάς τον, λοιπόν, μέ τά νοερά μάτια σου θά ἔχεις μιά βαθύτατη εὐλάβεια ἀπό τήν καρδιά σου κατανοώντας τή μεγαλειότητά του καί τήν ἀναξιότητά σου, ὅπως ἔλεγε ὁ δίκαιος Ἀβραάμ: « Ἔτι λαλήσω πρός τόν Δεσπότην μου. Ἐγώ δέ εἰμί γῆ καί σποδός». Καί σκέψου ἐπιμελῶς τήν παντοδύναμη σοφία, τή φιλάγαθη γνώμη καί τίς ὑπόλοιπες ἀρετές αὐτοῦ τοῦ ὑπέρτιμου καί ὑπερένδοξου Δεσπότη, τά ὁποῖα εἶναι τόσο θαυμάσια ὥστε ὑπερβαίνουν κάθε νοῦ καί διάνοια, ὄχι μόνο τά ἀνθρώπινα ἀλλά καί τῶν ἴδιων τῶν οὐρανίων δυνάμεων. Αὐτός ὁ λογισμός ἐπαρκεῖ γιά νά σέ κάνει νά ταπεινωθεῖς μέχρι τό χῶμα τῆς γῆς σάν ἀναξιότατο σκουλήκι πού εἶσαι, νά στέκεσαι μέ φόβο καί τρόμο πολύ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου σου· καί ὅσο δοθεῖ ἡ καρδιά σου ἀπασχολούμενη μέ τέτοιο φόβο, τόσο λιγότερο θά γυρίζει ὁ νοῦς σου στούς βιοτικούς λογισμούς· γιατί τό χαλινάρι τοῦ φόβου δέν ἀφήνει τήν καρδιά νά περιπλανιέται σέ ἄλλους λογισμούς ἐνώπιον τόσο μεγάλης μεγαλοπρέπειας. Γιατί ἐάν, ὅταν πᾶς νά μιλήσεις μέ κάποιον βασιλιά ἐπίγειο, στέκεσαι μέ τόσο φόβο καί τρόμο, πού εἶναι ἄνθρωπος σάν καί σένα, πόσο ἔντρομος πρέπει νά στέκεσαι ὅταν συνομιλεῖς μέ τήν προσευχή μέ τό βασιλιά τῶν ἀγγέλων καί ὅλης τῆς Κτίσης; Στάσου στήν προσευχή, ἁμαρτωλέ, μέ τόση ταπείνωση καί ἐλεεινῶς, ὅπωςὁ κατάδικος στέκεται μπροστά στό Δικαστή, γιά νά σβήσεις τόν θυμό τοῦ δίκαιου Κριτῆ μέ τήν ἐξωτερική ἐμφάνιση καί μέ τό ἐσωτερικό ἦθος, γιά νά λάβεις τέλεια συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν σου. Καί ὅταν προσεύχεσαι, ἄρχισε ἀπό τή θεολογία καί τούς θεοπρεπεῖς αἴνους, καί ὅταν δοξολογήσεις μέ ταπεινοφροσύνη, τότε ζήτησε ὄχι τροφή ἤ ὑγεία σωματική, ὄχι τίποτε ἄλλο ἀπό τά ἐπίγεια, ἀλλά τή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν· τά ὑπόλοιπα τώρα, ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα γιά τό σῶμα, σοῦ τά δίνει καί χωρίς νά τά ζητήσεις, ὅπως μᾶς ὑποσχέθηκε λέγοντας: «Ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν».Ἐάν, λοιπόν, θέλεις νά κατευθυνθεῖ ἡ προσευχή σου ὡς θυμίαμα καί νάφτάσει στά αὐτιά τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ, βάλ’ της τίς δύο φτεροῦγες πού εἴπαμε, τή νηστεία καί τό ἔλεος, γιά νά πετάξει μέ αὐτές εὐκολότερα· γιατί ἡ νηστεία λεπταίνει τό νοῦ καί ἐλαφραίνει τό βάρος τοῦ σώματος καί δυναμώνει τήν προσευχή, καί ἡ προσευχή τή νηστεία καί τή συντριβή τῆς καρδιᾶς, γιατί ὅσο προσεύχεσαι τόσο ἔρχεται καί ἡ κατάνυξη τῶν δακρύων· καί νά ἀγωνίζεσαι, ὅσο μπορεῖς, νά μήν τελειώσεις τήν προσευχή ποτέ χωρίς δάκρυα καί πόνο καρδιᾶς· καί τότε σοῦ ἔρχεται μιά γλυκύτατη παρηγοριά τοῦ πνεύματος, ὅσο συχνάζεις στήν προσευχή καί στά δάκρυα, ὥστε νά ξεχνᾶς τήν τροφή τοῦ σώματος, σύμφωνα μέ τόν Δαβίδ: «Ἐπελαθόμην τοῦ φαγεῖν τόν ἄρτον μου, τοῖς δάκρυσί μου τήν στρωμνήν μου βρέξω». Καί ὅταν προσεύχεσαι, νά ἐπιδιώκεις τήν ἡσυχία, ἐάν θέλεις νά ἔρχεται ἡ κατάνυξη, δηλαδή ἄν εἶσαι μοναχός σέ καιρό καί τόπο πού νά μήν ἀκοῦς ταραχή οὔτε ὁμιλίες ἀνθρώπων γιά νά ἔχεις ὅλο τό νοῦ σου στό Θεό, καί αὐτό γίνεται τή νύχτα, πού εἶναι σιωπή καί ἡσυχία σέ ὅλα. Καί ὅταν κάνεις ἀρκετή προσευχή καί ὅσα ἄλλα εἴπαμε παραπάνω, πήγαινε μέ φόβο καί πίστη στήν ἱερή Κοινωνία, περί τῆς ὁποίας γράφουμε στή συνέχεια, γιατί φτάνουν ὅσα εἴπαμε σχετικά μέ τήν ἱκανοποίηση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  Η' (σελ. 278-286)
Βιβλίον Ωραιότατον καλούμενον ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ
ΣΥΝΤΕΘΕΝ ΕΙΣ ΚΟΙΝΗΝ ΤΩΝ ΓΡΑΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΠΑΡΑ
ΑΓΑΠΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΤΟΥ ΚΡΗΤΟΣ
ΜΕΤΑΓΡΑΦΗ ΣΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
Εκδόσεις Γνόφος

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

Ο εξουνιτισμός στο Εξωτερικό συνεχίζεται υπό τα αδιάφορα βλέμματα πιστών και Επισκόπων!


«Το Συνέδριο των Πρεσβυτέρων» Ορθοδόξων και Καθολικών στο Μιλάνο (ΦΩΤΟ)              

 
Ὁ Μητροπολίτης Ἰταλίας Γεννάδιος συνεχίζει τὸ Οἰκουμενιστικὸ προσηλυτιστικό του ἔργο, χωρὶς καμιὰ ἀντίδραση ἀπὸ ὀρθοδόξου πλευρᾶς! Τὸ αὐτὸ συντελεῖται καὶ σὲ πολλὲς ἄλλες Μητροπόλεις τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Ἡ ὀρθοδοξία στὸ ἐξωτερικό, στὶς περισσότερες ἐπισκοπὲς καὶ ἐνορίες ἑάλω! Καὶ μὲ ὅλους αὐτοὺς τοὺς Ἐπισκόπους κοινωνοῦν ἄνευ ἐπιφυλάξεων πλέον καὶ τοὺς μνημονεύουν ἐλεύθερα οἱ Ἕλληνες Ἐπίσκοποι, Οἰκουμενιστὲς καὶ ἀντι-Οἰκουμενιστὲς!
Κοινά, λοιπόν, προγράμματα καὶ διαλέξεις Παπικῶν καὶ Ὀρθοδόξων, Συνέδρια Πρεσβυτέρων τῶν δύο «Ἐκκλησιῶν» ποὺ ἡ «ὀρθόδοξη» Μητρόπολη Ἰταλίας, δὲν παύει νὰ μᾶς διατυμπανίζει (μήπως καὶ δὲν τὸ καταλάβουμε)! Καὶ μὲ τὴν εὐκαιρία τῶν συνεδρίων τους γίνονται καὶ οἱ ἀπαραίτητες συμπροσευχές, ἀλλὰ καὶ ὅ,τι ἄλλο κρύπτεται κάτω ἀπὸ τὴν διατύπωσή τους: «ἱερὲς Ἀκολουθίες». Σκοπός τους ἡ «σταθερὰ συμπόρευσις τῶν Ἀρχιεπισκοπῶν ἢ τῶν Ἐπισκοπῶν τῶν δύο Ἐκκλησιῶν», ἀλλὰ καὶ «τῶν ἀλλων Ἐκκλησιῶν καὶ Ὁμολογιῶν ἐν Ἰταλίᾳ “ἵνα πάντες ἓν ὦσιν”»!
Τοῦτο μάλιστα προχωρᾶ σύμφωνα μὲ τὶς «διατάξεις» τῆς Β΄ Βατικανῆς Συνόδου, περὶ
ἀνταλλαγῆς ἱ. Ναῶν! Ἔτσι ἡ Παπικὴ Ἐκκλησία τῶν Μεδιολάνων, «παραχώρησε» τὸν ἱερὸ Παπικὸ Ναὸ  ιερού τῆς Παναγίας, καὶ ἔτσι ἡ ὀρθόδοξη κοινότητα «ἀνυψώθη πνευματικὰ καὶ κοινωνικά, καὶ ἠγαπήθη ἀπὸ τὰς Χριστιανικὰς Ἐκκλησίας»!  Ἡ Παπικὴ «Ἐκκλησία τῆς Παναγίας διεκοσμήθη ὀρθοδόξως ὑπὸ εἰκόνων καὶ ἐκκλησιαστικῶν συμβόλων καὶ ἱερῶν καλυμμάτων. Εἰς δὲ τὴν ἑορτὴν τῆς κοπῆς τῆς “Βασιλόπιτας” τῆς Κοινότητος Μιλάνου, ὁ Σεβασμιώτατος ὡμίλησε καταλλήλως πρὸς ὅλους, Ἰταλοὺς» Παπικοὺς καὶ «ἡμετέρους»! 
 
«Το Συνέδριο των Πρεσβυτέρων» Ορθοδόξων και Καθολικών στο Μιλάνο (ΦΩΤΟ)
           

«Το Συνέδριο των Πρεσβυτέρων» Ορθοδόξων και Καθολικών στο Μιλάνο (ΦΩΤΟ)

Πηγή: "agioritikovima"

        
Στο Μιλάνο της Ιταλίας διεξήχθη στο τέλος του Ιανουαρίου το Συνέδριο των Πρεσβυτέρων μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Αρχιεπισκοπής Μεδιολάνων και της Ορθοδόξου Μητροπόλεως Ιταλίας.
Η Μητρόπολη εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία αναφέρει:
«Μητροπολίτης Ιταλίας και Μελίτης Γεννάδιος: «Η “δικαίωσις” και η “σωτηρία” δεν κερδίζεται με φαρισαικά ψευδή προσωνύμια. Ένας τρόπος υπάρχει να δικαιωθούμεν: «Δικαιούμενοι δωρεάν διά της απολυτρώσεως εν Χριστώ Ιησού» (Ρωμ. 3,23-24). Είναι τρανή αλήθεια ότι μόνον η εν Χριστώ καταλλαγή “σώζει εις το παντελές” (Εβρ. 7,25). Εις αυτήν οδηγεί ημάς το κατανυκτικόν Τριώδιον».
Μέσα εις ένα περιβάλλον ευγενέστατον και αδελφικόν, διεξήχθησαν, από 28ης μέχρι 30ης Ιανουαρίου ε. ε., αι εργασίαι του «Συνεδρίου Πρεσβυτέρων» μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Αρχιεπισκοπής των Μεδιολάνων και της Ορθοδόξου Μητροπόλεως Ιταλίας και Μελίτης. Η Αρχιεπισκοπή του Μιλάνου είναι η μεγαλυτέρα Ρωμαιοκαθολική Αρχιεπισκοπή εις τον κόσμον, από πλευράς εκτάσεως και αριθμού κληρικών, και δη η σπουδαιοτέρα πασών των άλλων Αρχιεπισκοπών της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
Η Ρωμαιοκαθολική Αρχιεπισκοπή Μεδιολάνων επιθυμεί την στενήν επικοινωνίαν και συνεργασίαν μετά της Μητροπόλεως του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και μάλιστα μέχρι της από κοινού μελέτης, εμβαθύνσεως και λύσεως διαφόρων θρησκευτικών, ηθικών και κοινωνικών προβλημάτων, με σκοπόν το πνευματικόν σύμφέρον των πιστών των δύο Εκκλησιών, ιδία των μεταναστών, οι οποίοι εις την αρχήν, αλλά και εις την συνέχειαν της νέας αυτών ζωής εις την ξένην, μακράν των τέκνων, των συζύγων και των συγγενών, μακράν των ηθών και εθίμων της πατρίδος αυτών, διεξάγουν ένα σκληρόν αγώνα προς εύρεσιν εργασίας και επιβίωσιν των οικογενειών αυτών. Το Γενικόν Θέμα: «Σχέσεις Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών σήμερον εν Ιταλία», πλούσιον και επίκαιρον, προσφέρει, όπως τόνισε εις την εισαγωγικήν του Ομιλια ο Σεβ. Μητροπολίτης Ιταλίας και Μελίτης κ. Γεννάδιος, «παλαιάς και νέας εμπειρίας, αι οποίαι καταδεικνύουν τον επίμοχθον και τεθλιμμένον δρόμον, τον οποίον διήλθομεν ενταύθα, βεβαίως, και μέσω φοβερών εκκλησιαστικών περιπετειών, μέχρι να φθάσωμεν εις την «Riconciliazione» και εις τον «Διάλογον της Αγάπης ή Κοινωνίας» και είτα εις τον «Θεολογικόν Διάλογον».
Οι ιερείς και των δύο Αρχιεπισκοπών επαρουσίασαν μελέτας αρίστας και εχειροκροτήθησαν πολλάκις και δικαίως.
Από μέρους της Μητροπόλεως ανέπτυξαν τα εις αυτούς ανετεθέντα θέματα, με διαφόρους τίτλους: οι Αρχιμανδρίται Αθηναγόρας Φασίολο και Συμεών Κάτσινας: «Εμπειρίαι από την Οικουμενικήν Κίνησιν», Διονύσιος Παπαβασιλείου: «Διαχριστιανικαί σχέσεις», Ευάγγελος Υφαντίδης: «Οι χριστιανοί ως μειονότητα εις την μεταχριστιανικήν περίοδον», ο Πρωτοπρεσβύτερος Ανατόλιος Μπίτκας: «Ο ιερεύς γέφυρα ενότητος» και η Δρ. Ελισάβετ Fimiani Καλαμπούκα: «Σχέσεις της Ορθοδόξου Μητροπόλεως Ιταλίας και Μελίτης μετά της εν Ιταλία Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, γενικώς».
Από μέρους της Αρχιεπισκοπής του Μιλάνου ανέπτυξαν τα θέματα οι Monsignori και Καθηγηταί: Francesco Braschi: «Η Αμβροσιανή Εκκλησία γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως», Marco Paleari: «Το Μυστήριον του Γάμου: Θεολογική και Ποιμαντική Θεώρησις, προβλήματα, μικτοί Γάμοι», Cristiano Bettega: «Διαχριστιανικαί σχέσεις» και Alberto Cozzi: «Οι χριστιανοί ως μειονότητα εις την μεταχριστιανικήν περίοδον».
Το πρόγραμμα του «Συνεδρίου των Πρεσβυτέρων», εκτός των διαλέξεων, περιελάμβανε και ιεράς Ακολουθίας, καθώς και δύο Concerti, με την συμμετοχήν μιάς Βυζαντινής Χορωδίας με μαέστρο τον μουσικολογιώτατον κ. Ιωάννην Παπαχρόνην και της Αμβροσιανής Χορωδίας του Καθεδρικού Ναού του Αγίου Αμβροσίου.
Πολλαί Αρχιεπισκοπαί και Επισκοπαί εν Ιταλία επιθυμούν την στενοτάτην αυτών σχέσιν με την Ορθόδοξον Μητρόπολιν Ιταλίας και Μελίτης διά την περαιτέρω ουσιαστικήν και βαθείαν αυτών γνωριμίαν και συνεργασίαν επί τω σκοπώ της από κοινού μελέτης και λύσεως διαφόρων τοπικών προβλημάτων, π.χ. κοινωνικών, ηθικών και εκκλησιαστικών, τα οποία ενοχλούν αλλά και ταλαντεύουν ενίοτε την αδελφικήν κατανόησιν και την σταθεράν συμπόρευσιν των Αρχιεπισκοπών ή των Επισκοπών των δύο Εκκλησιών. Την συνεργασίαν της Μητροπόλεως μετά της Αρχιεπισκοπής των Μεδιολάνων επιδοκιμάζει και η Κίνησις των Focolari, οι οποίοι έχουν εξαπλωθή εις όλον τον κόσμον και είναι υγιές χριστιανικόν σώμα. Ο Σεβ. Μητροπολίτης Ιταλίας και Μελίτης κ. Γεννάδιος συνήντησε τους Focolari του Βένετο και απεφασίσεν την διοργάνωσιν ενός Συνεδρίου μεταξύ της Μητροπόλεως και της μεγάλης ταύτης Ρ.καθολικής Κινήσεως, με γενικόν θέμα, προερχόμενον εκ της Ποιμαντικής και Εκκλησιαστικής εμπειρίας και των επικαίρων γεγονότων τα οποία, χάρις εις τον πρακτικόν, ιστορικόν και πολιτιστικόν αυτών χαρακτήρα, θα βοηθήσουν έτι περισσότερον εις την εξάλειψιν της «ignoranza» (αμαθείας), η οποία εισέτι μαστίζει ωρισμένας ρ.καθολικάς μικράς περιοχάς και γίνονται αιτία πολλών κακών και καταστροφή συνεργασιών και αγαθών συνεννοήσεων. Είναι τρανή αλήθεια ότι το Movimento dei Focolari είναι μία Κίνησις ειλικρινής και καθαρά, και εις την δραστηριότητά της, και εις τας λεπτομερείας της αποστολής της, έχει δε μέγα κύρος και κοινωνικήν προβολήν, σήμερον είναι η πλέον δυναμική και ζώσα ρωμαιοκαθολική Κίνησις και μάλιστα συνεργάσιμος, η πλέον αγαπητή και συμπαθής μέσα εις τους κόλπους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
Ο Σεβ. Καρδινάλιος Μιλάνου Angelo scola, υπέροχη μορφή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, έπλαιξε πλούσιον Εγκώμιον διά τον ρόλον και το έργον της Ορθοδόξου Μητροπόλεως και δη ηυχαρίστησε διά την πολύτιμον αυτής προσφοράν, και γενικά διά το έργον αυτής εν Ιταλία. Η ομιλία αυτού ήτο μία ακριβής ανακεφαλαίωσις του περιεχομένου των Documenti επί της Οικουμενικής Κινήσεως της Β’ Βατικανής Συνόδου. Από πλευράς του, ο Σεβ. Μητροπολίτης Ιταλίας και Μελίτης κ. Γεννάδιος ανέπτυξε το θέμα: «1961-2015: ήμυσις αιών, με σταθμούς αφ’ ενός μεν πορείας αποξενώσεως, φανατισμού και αρνητικών αντιδράσεων και αφ’ ετέρου με σταθμούς πορείας επανασυναντήσεως, ενδυναμώσεως και ενθαρρύνσεως των σημείων καταλλαγής, αδελφοσύνης και ελπίδος, προς συμπόρευσιν από κοινού εις την Ευαγγελικήν ρήσιν: “ίνα πάντες εν ώσιν”».
Τα Μ.Μ.Ε. εξεπροσωπήθησαν από ικανούς δημοσιογράφους και μέσω αυτών το, από εκκλησιαστικής, ποιμαντικής και πολιτιστικής πλευράς, επιτυχές «Συνέδριον των Πρεσβυτέρων», έγινε γνωστόν εις τας ενορίας και τας μονάς, αι οποίαι διά των συνεργατών αυτών κατηχούν τους ενορίτας και γίνονται άπαντες μάρτυρες νέων γεγονότων, τα οποία γνωρίζουν και οι φίλοι αυτών και ούτω συμμετέχουν εις την πνευματικήν αυτών ζωήν.
Τα συμπεράσματα του Συνεδρίου τούτου υπήρξαν πλούσια:
1ον. Πλείσται όσαι ενορίαι εγνώρισαν την σημερινήν εκκλησιαστικήν κατάστασιν μεταξύ των Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών.
2ον. Πλείστοι όσοι πιστοί διαφόρων ρωμαιοκαθολικών ενοριών εγνώρισαν την ισχυράν παρουσίαν και το μεγαλείον του κύρους της Ορθοδόξου Μητροπόλεως Ιταλίας και Μελίτης.
3ον. Εγνωρίσθη περισσότερον εις τας καρδίας του λαού εν Ιταλία η Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία.
4ον. Η κατανόησις, η αδελφοσύνη και ο σεβασμός μεταξύ των Αρχιεπισκοπών έγιναν βιώματα διά μίαν αληθινά μεταξύ αυτών ειλικρινή και εποικοδομητικήν επικοινωνίαν και συνεργασίαν διά την από κοινού αντιμετώπισιν και εξουθένωσιν των κακοβούλων νεοφιλοσοφικών τεχνασμάτων και των καταστρεπτικών συμπερασμάτων της αδιαφορίας και εκκοσμικεύσεως.
5ον. Διά των ενοριών και συνεργατών αυτών ο λαός του Θεού γνωρίζει την πρόοδον και την πορείαν των σχέσεων των δύο Εκκλησιών, Ορθοδόξου και Ρωμαιοκαθολικής, καθώς και εκείνην με τας άλλας Εκκλησίας και Ομολογίας εν Ιταλία και γενικά.
Η τοιαύτη δραστηριότης της Ορθοδόξου Μητροπόλεως, με την συμμετοχήν αυτής εις συνέδρια και εις την διοργάνωσιν συναντήσεων και εκδηλώσεων, έχει ένα λαμπρόν αποτέλεσμα, το οποίον, χάρις εις την ενημέρωσιν, ευαισθητοποίησιν εκείνων των οποίων η καταγωγή των προγόνων αυτών ήτο Ελληνική ή η πίστις αυτών Ορθόδοξος, οι οποίοι υπάρχουν σχεδόν εις ολόκληρον την Ιταλίαν, και όχι μόνον εις την Μεγάλην Ελλάδα, όπως μνημονεύουν τινές, οι οποίοι εις την ουσίαν παρέμειναν εις την λήθην επί αιώνας, γεναιαί γεναιών, ελλείψει εκκλησιών, ιερέων, και γενικά της οργανώσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν Ιταλία, η οποία από του έτους 1996, οπότε και εξελέγη Ποιμενάρχης αυτής ο νυν Μητροπολίτης Γεννάδιος, ο από Κρατείας, γνωρίζει την αναγέννησιν αυτής, η οποία οφείλεται εις την δυναμικήν παρουσίαν και την έγκυρον και ελπιδοφόρον παρρησίαν της Μητροπόλεως Ιταλίας και Μελίτης, εις την αρχοντικήν και πολιτισμένην ταύτην χώραν της cultura και της arte, ένθα ο αρχαίος πολιτισμός, ο κλασικός και ο Χριστιανικός συναντώνται, επηρεάζουν, μορφώνουν, παίζουν τον ρόλον αυτών εις το προσκήνιον της ζωής και γίνονται μάρτυρες αγαθών ή φαύλων γεγονότων, καταδιώξεων και διωγμών, ιστορικών εποχών και περιόδων.
Ευρισκόμενος εις Μιλάνο, ο Γεραρός Ποιμενάρχης ημών εσυνέχισε την Ποιμαντορικήν Περιοδείαν του εις την Λομβαρδίαν, μέχρι και την Κυριακήν της Απόκρεω. Με την ευκαιρίαν της αρχής του Τριωδίου την 31ην Ιανουαρίου εχοροστάτησε εις τον Εσπερινόν εν τω Ιερώ Ναώ του Ακαθίστου Ύμνου Μιλάνου, ενώπιον πολλού εκκλησιάσματος. Εις το τέλος της ακολουθίας ωμίλησε εις τους Κατηχουμένους της ενορίας και έδωσεν εις αύτούς συμβουλάς σχετικά με την νέαν ζωήν την οποίαν θα ζήσουν ως Ορθόδοξοι. Την επομένην Κυριακήν, ετέλεσε την Θείαν Λειτουργίαν εις την κατάμεστον από πιστούς μεγαλοπρεπή εκκλησίαν της Παναγίας και είπον μεταξύ άλλων: «Η “δικαίωσις” και η “σωτηρία” δεν κερδίζεται με φαρισαικά ψευδή προσωνύμια. Ένας τρόπος υπάρχει να δικαιωθούμεν: «Δικαιούμενοι δωρεάν διά της απολυτρώσεως εν Χριστώ Ιησού» (Ρωμ. 3,23-24). Είναι τρανή αλήθεια ότι μόνον η εν Χριστώ καταλλαγή “σώζει εις το παντελές” (Εβρ. 7,25). Εις αυτήν οδηγεί ημάς το κατανυκτικόν Τριώδιον».
Η ενορία του Μιλάνου, με την παρουσίαν του πρώτου εφημερίου, κατά τους νεωτέρους χρόνους, Αρχιμανδρίτου Ευαγγέλου Υφαντίδη, νυν Πρωτοσυγκέλλου της Μητροπόλεως Ιταλίας και Μελίτης, και δη χάρις εις τας συνετάς αυτού πρωτοβουλίας, αύτη ανεβαθμίσθη και απέβη μία των καλυτέρων και δραστηριωτέρων ενοριών της Μητροπόλεως. Με την παραχώρησιν του ιερού ναού τη Μητροπόλει υπό της Αμβροσιανής Εκκλησίας, και με την διακονίαν του νέου αυτής εφημερίου, και Αρχιερατικού Επιτρόπου Λομβαρδίας, Αρχιμανδρίτου Θεοφυλάκτου Βίτσου, ανήλθεν αύτη έτι περισσότερον ποιοτικά και ανυψώθη πνευματικά και κοινωνικά, και ηγαπήθη από τας Χριστιανικάς Εκκλησίας και από κάθε άνθρωπον καλής θελήσεως. Η εκκλησία της Παναγίας διεκοσμήθη ορθοδόξως υπό εικόνων και εκκλησιαστικών συμβόλων και ιερών καλυμμάτων. Τα Σχολεία Ελληνικής Γλώσσης και Ορθοδόξου Κατηχήσεως, λειτουργούν με ζήλον και ενδιαφέρον, η δε Ελληνική Κοινότης Μιλάνου προκόπτει, αναπτύσσεται, προοδεύει και καρποφορεί.
Εις την εορτήν της κοπής της «Βασιλόπιτας» της Κοινότητος Μιλάνου, μέσα εις μίαν λαμπράν Αίθουσαν, πλήρη από Μέλη και φίλους της, ο Σεβασμιώτατος ωμίλησε καταλλήλως προς όλους, Ιταλούς και ημετέρους, περί των ιστορικών δεσμών των δύο λαών, αλλά και μεταξύ Κωνσταντινουπόλεως και Μεδιολάνων, σημειώσας όλως ιδιαιτέρως το ιστορικόν γεγονός των τριών ιεραποστόλων Σισινίου, Αλεξάνδρου και Μαρτυρίου, μαθητών Ιωάννου του Χρυσοστόμου, οι οποίοι απεστάλησαν εις τον Άγιον Αμβρόσιον διά να λάβουν και παρ’ αυτού την ευλογίαν, ώστε να διδάξουν εις τον λαόν του Trentino και της Βορείου Ιταλίας τον Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν».
1602ital1.jpg
1602ital4.jpg
 

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

Η νηστεία από την υποκρισία

tumblr mfjvr2zLzI1rm4a7jo1 500Οι τροφές ευκολότερα αλλάζουν.
Δυσκολότερα η εγωιστική επιθυμία
να αναγνωριστούμε ως αυθεντίες,
να δείξουμε ότι δε μας λείπει τίποτα,
να βάλουμε τον εαυτό μας
στο κριτήριο του Θεού.


Πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού
Η αρχή της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής συνοδεύεται από την υπενθύμιση από την πλευρά της Εκκλησίας των λόγων του Χριστού προς όσους θέλουν να νηστέψουν. Ο Χριστός αποδέχεται την αξία της νηστείας στον καινούργιο κόσμο της Βασιλείας των Ουρανών. Της προσδίδει όμως ένα καθαρά εσωτερικό περιεχόμενο. Την συνδέει με τον κρυπτό της καρδίας άνθρωπο (Α’  Πέτρ. 3,4). Ζητά την αποφυγή της υποκρισίας-  «μη γίνεσθε ώσπερ οι υποκριταί»  (Ματθ. 6, 16)- , δηλαδή να μην δηλώνουν οι άνθρωποι ότι νηστεύουν με την εξωτερική σκυθρωπότητα, την παραμόρφωση του προσώπου τους, την επίδειξη στους άλλους ότι νηστεύουν. Και είναι υποκρισία η στάση αυτή διότι δεν λειτουργεί η νηστεία ως ευκαιρία αγώνα για την καλή αλλοίωση της ύπαρξης, αλλά για την λήψη μισθού από τους ανθρώπους. Είναι μία κίνηση προς το θεαθήναι. Μοιάζει με το έργο του ηθοποιού, ο οποίος υποδύεται έναν ρόλο. Εδώ ο υποκριτής που νηστεύει υποδύεται το ρόλο του υπάκουου στο Θεό, που δεν περιμένει όμως τον μισθό του Θεού για το έργο στο οποίο πρωταγωνιστεί, αλλά το χειροκρότημα των ανθρώπων. Δεν είναι ο μέσα άνθρωπος που αναλαμβάνει τον αγώνα της νηστείας, αλλά ο έξω. Και γι’  αυτό ο λόγος του Χριστού είναι ξεκάθαρος:  «αμήν λέγω υμίν ότι απέχουσι τον μισθόν αυτών»  (Ματθ. 6, 16). Έχουν λάβει ήδη το μισθό τους.
                Αντίθετα, για τον Χριστό η νηστεία αποτελεί την ευκαιρία του αγώνα για απέκδυση  της υποκρισίας και ένδυση  του «εν τω κρυπτώ αγωνίζεσθαι». Δεν γίνεται υποκριτής ο άνθρωπος, αλλά βλέπει τον εαυτό του. Νηστεύει για να δει πόσο μπορεί να αφήσει κατά μέρος τους θησαυρούς στους οποίους η καρδιά του ρέπει να ανήκει. Νηστεύει από την τροφή, για να πολεμήσει τις ηδονές της τροφής και της γαστριμαργίας, οι οποίες αποκοιμίζουν τον άνθρωπο πνευματικά και τον καθιστούν ευάλωτο στους λογισμούς, αλλά και στις σαρκικές ηδονές. Νηστεύει από τα πάθη, από την κατάκριση, τον θυμό και την οργή προς τον αδελφό του, η οποία πηγάζει από την ελλιπή αγάπη, από την αίσθηση ότι εμείς έχουμε το δικαίωμα και την βεβαιότητα να θεωρούμε τους εαυτούς μας ανώτερους από τους άλλους, για να τους υποδείξουμε τι θα έπρεπε να κάνουν ή το πώς θα θέλαμε να είναι. Νηστεύει πρωτίστως από μία ψεύτικη εικόνα του εαυτού του, η οποία μεταδίδεται υποκριτικά προς τον πλησίον. Ο άνθρωπος που κάνει στάση στον εαυτό του, εν ησυχία και προσευχή, οι οποίες απαραίτητα συνοδεύουν τη νηστεία, βλέπει την εσωτερική του κατάσταση, βλέπει τι του λείπει και δεν προσποιείται ότι είναι αληθινός. Γιατί όταν εν τω κρυπτώ βλέπουμε τον έσω άνθρωπο, βλέπουμε ποιος είναι ο Θεός και ποιοι είμαστε εμείς, τότε διαπιστώνουμε το πόσο υστερούμε στην υπακοή στο θέλημά Του, στην αγάπη τόσο προς Εκείνον όσο και προς τον πλησίον μας, αλλά και στο εκκλησιαστικό φρόνημα, στην διάθεσή μας δηλαδή να είμαστε μέλη του σώματος του Χριστού, να αντέξουμε τους ποικιλότροπους πειρασμούς τους οποίους ο διάβολος μας υποβάλλει σε σχέση με τους άλλους, όπως επίσης και σε σχέση με τα πάθη και τις αδυναμίες μας.
                Ο υποκριτής δεν πιστεύει ότι κάτι του λείπει. Έχει ταυτίσει τον εαυτό του με τον ρόλο τον οποίο υποδύεται. Έχει μία αίσθηση ότι με τον τρόπο που συμπεριφέρεται, με τον τρόπο που προβάλλει τον εαυτό του αναδεικνύεται η πληρότητά του, το ξεχωριστό του, το δικαίωμά του οι άλλοι να αναγνωρίζουν την παρουσία του, η αυθεντία του. Ζει ουσιαστικά μία δαιμονική κατάσταση, διότι αυτοθεοποιείται και καλώς γνωρίζουμε ότι το γένος των δαιμόνων δεν πολεμείται και δεν εξέρχεται από τον άνθρωπο «ει μη εν προσευχή και νηστεία» (Ματθ. 17,21). Ο υποκριτής δεν είναι ταπεινός. Και γι’  αυτό η νηστεία από την υποκρισία αποτελεί βήμα προς την αλήθεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος πρέπει να αποκαλύπτει τα πραγματικά του συναισθήματα προς τους άλλους, όταν αυτά είναι αρνητικά, αλλά να δείχνει ότι αγωνίζεται για να πάψουν να είναι. Γιατί στο όνομα της αλήθειας και της ειλικρίνειας, γκρεμίζουμε την δυνατότητα καλλιέργειας ουσιαστικών σχέσεων, τέτοιων που να υπερβαίνουν τα πάθη μας, αγνοώντας ότι ο άνθρωπος διαμορφώνει τα συναισθήματά του εν χρόνω. Σήμερα μπορεί να είναι αρνητικά, αλλά αν η αγάπη νικήσει, τότε πολλά μπορούν να αλλάξουν. Η υπέρβαση της υποκρισίας τελικά έρχεται όταν ο άνθρωπος γίνει ένας αγωνιζόμενος εαυτός. Και σ’  αυτή την οδό βοηθά η νηστεία.     
                Ζούμε σε μία κατεξοχήν εποχή υποκρισίας. Η σκέψη μας είναι να παρουσιάζουμε τον κόσμο όπως τον θέλουμε και όπως μας συμφέρει. Την ίδια στιγμή και στην κατά Θεόν ζωή μας η υποκρισία ελλοχεύει. Είναι δύσκολο να είμαστε ταπεινοί. Να βλέπουμε σε τι υστερούμε όχι μόνο στον δρόμο της αρετής, αλλά και στον τρόπο που διαχειριζόμαστε ή ζούμε τις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους. Ας είναι η περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής η ευκαιρία να δούμε τον εαυτό μας αληθινά, να ταπεινωθούμε, να εργαστούμε νηστεύοντας τόσο από τις τροφές όσο και από τα πάθη, αλλά και την ψεύτικη εικόνα την οποία έχουμε για τον εαυτό μας και το Θεό, για να είναι η περίοδος αληθινά γόνιμη. Ας αντισταθούμε στον τρόπο ζωής που μας κλέβει χρόνο από το Θεό και την αγάπη. Και κυρίως, ας τολμήσουμε να δούμε την αλήθεια για τον κόσμο στον οποίο ζούμε. Όχι για να τον απορρίψουμε. Αλλά για να αγωνιστούμε και αυτός να είναι πιο αληθινός, μέσα και από τον δικό μας αγωνιζόμενο να βρει νόημα και σκοπό εαυτό. Οι τροφές ευκολότερα αλλάζουν. Δυσκολότερα η εγωιστική επιθυμία να αναγνωριστούμε ως αυθεντίες, να δείξουμε ότι δε μας λείπει τίποτα, να βάλουμε τον εαυτό μας στο κριτήριο του Θεού.

ΤO «KΛΙΜΑ» ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ

Π. Αυγουστ. διαβ. τρισ.ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ πρώτη ­μέρα τῆς ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ὀνομάζεται Κα­θαρὰ Δευτέρα καὶ μᾶς εἰσάγει στὸ πνευματικὸ κλίμα τῆς πνευματικῆς αὐ­τῆς περιόδου. Ποιά εἶνε τὰ χαρακτηριστι­κὰ γνωρίσματα τοῦ «κλίματος» αὐτοῦ;

* * *

Εἶνε πρῶτα – πρῶτα ἡ μνήμη τοῦ θανάτου. Αὐτὸ μᾶς ὑπενθύμισε σήμερα πολλὲς φορὲς ἡ Ἐκ­κλησία μας καὶ μάλιστα μὲ τὸ κοντάκιο τοῦ Μεγάλου Κανόνος «Ψυχή μου ψυχή μου, …τὸ τέλος ἐγγίζει καὶ μέλ­λεις θορυβεῖ­σθαι». Τὸ τέλος πλησιάζει. Δυσάρεστο πρᾶ­γμα. Ἂν ὑπάρχῃ κά­τι ποὺ τρο­μάζει τὸν ἄνθρωπο, αὐ­τὸ εἶνε ὁ θάνατος, ἡ ὥ­ρα τοῦ θανάτου. Ὅλοι προσπαθοῦμε νὰ τὸ διώχνουμε ἀπὸ τὴ σκέψι μας. Εἶ­νε ὅμως γεγονός. Μήπως ἆραγε καὶ ἡ ἁγία αὐ­­τὴ καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶνε ἡ τελευ­ταία τοῦ βίου μας; Καὶ οἱ ἀρ­χαῖοι πρόγονοί μας ἔλεγαν· «ὅρος φιλοσοφί­ας μνήμη θα­νά­του»· ἡ μνήμη τοῦ θανάτου ὁδηγεῖ σὲ ἀνώτε­ρες σκέψεις. Ὁ δὲ εἰδωλολάτρης βασιλεὺς Φίλιππος, ὁ πατέρας τοῦ Μεγάλου Ἀ­λεξάν­δρου, εἶχε διατάξει ἕνα στρατιώτη νὰ παρουσιάζεται κάθε πρωῒ μπροστά του καὶ νὰ τοῦ ὑ­πενθυμίζῃ· «Φίλιππε, μέμνησο ὅτι θνη­τὸς εἶ»· Φίλιππε, νὰ θυμᾶσαι ὅτι εἶσαι θνητός. Ἂν λοι­πὸν αὐτὸ τὸ ἔκανε ἐκεῖνος, ποὺ ἔζησε 400 χρόνια πρὸ Χριστοῦ, πόσο μᾶλλον ἐμεῖς; Αὐ­τὸ λέει καὶ ὁ ποιητὴς τοῦ Με­­γάλου Κανό­νος, ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης.
Τί ἄλλο εἶνε ἡ Μεγάλη Σαρακοστή; Εἶνε μνήμη τῶν πειρασμῶν τοῦ Κυρίου. Ὅπως ξέ­ρουμε, ὁ Χριστὸς ὕστερα ἀπὸ τὴ βάπτισί του πέρασε τὸν Ἰορδάνη ποταμό, πῆγε στὴν ἔρημο, ἔμεινε ἐκεῖ μόνος σαράντα μέρες καὶ πά­λεψε στῆθος μὲ στῆθος μὲ τὸ διάβολο. Πῶς τώρα τόλμησε ὁ διάβολος νὰ πειράξῃ τὸ Χριστό; Οἱ πατέρες λένε, ὅτι ὁ διάβολος ἔβλεπε τὸν ἄνθρωπο Χριστό, ἀλλὰ δὲ μποροῦσε νὰ φανταστῇ ὅτι μέσα του κρύβεται ἡ θεότης. Αὐτὸ λέει καὶ ὁ κατηχητικὸς λόγος τοῦ ἱ. Χρυ­σο­στόμου, ποὺ θ’ ἀκούσουμε τὸ Πάσχα· Ὁ ᾅ­δης «ἐπικράνθη, καὶ γὰρ ἐδεσμεύθη· …ἔλαβε σῶμα, καὶ Θεῷ περιέ­τυχεν»· πῆρε ἕνα σῶ­μα καὶ δὲν κατάλαβε ὅτι πίσω ἀπὸ αὐτὸ εἶνε ἡ θε­ότης. Εἶνε ὅπως τὸ ψάρι, ποὺ βλέπει τὸ δόλω­μα, ἀλλὰ δὲν καταλαβαίνει ὅτι πίσω ἀπ’ αὐτὸ ὁ ψαρᾶς ἔ­χει τὸ ἀγ­κίστρι. Δόλωμα ἦταν τὸ ἀν­θρώπινο σῶμα, ποὺ εἶχε ὁ Χριστός, καὶ ἀγκί­στρι ἡ θεότης. Ἔ­τσι νίκησε ὁ Χριστὸς στὴν ἔ­ρημο. Ὁ σατα­νᾶς ἔφυγε, ἀλλὰ «ἄχρι καιροῦ» (Λουκ. 4,13). Ἐ­πανῆλ­θε πάλι καὶ ἔκανε τὴν τελευταία ἔφοδό του γιὰ νὰ κλονίσῃ τὸ Χριστὸ – πότε; Τὶς ἡμέρες τῶν παθῶν, τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα. Ἀφοῦ λοι­πὸν ὁ διάβολος πείραξε τὸ Χριστό, θὰ πειρά­ξῃ κ’ ἐμᾶς. Ἀλλὰ μὴ πτοηθοῦμε. Ἔχουμε τὴν προστασία τοῦ Χριστοῦ. Νὰ δείξουμε ὑπομο­νὴ καὶ ν’ ἀγωνιστοῦμε μὲ τὰ πνευματι­κὰ ὅ­πλα, ποὺ μᾶς δίνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, τὴ νηστεία δηλαδὴ καὶ τὴν προσευχή, γιὰ τὰ ὁ­ποῖα θὰ ποῦμε ἐν συνεχείᾳ.
Ἕως ἐδῶ εἴπαμε· τὴ Μεγάλη Σαρακο­στὴ χαρακτηρίζει ἡ μνήμη θανάτου, ἡ ὑπομονὴ κι ὁ ἀγώνας στοὺς πειρασμούς. Προχωροῦμε τώρα. Ἡ Μεγάλη Σαρακο­στὴ ἔχει βέβαια καὶ νηστεία. Εἶνε μνήμη καὶ μίμησις τῆς νηστείας τοῦ Χριστοῦ. Σα­ράντα μέρες νήστεψε ἐκεῖνος στὴν ἔρημο. Καὶ νή­στε­ψε αὐστη­­­ρά, οὔτε ἔφαγε οὔτε ἤ­πιε. Καλούμεθα λοιπὸν κ’ ἐμεῖς τώρα νὰ τὸν μιμηθοῦ­με. Εἶνε ὑποχρεωτικὴ γιὰ ὅ­λους ἡ νηστεία; Γιὰ τὸν κόσμο ὄχι, προαιρετικὴ εἶνε· γιὰ τοὺς ὀρθοδόξους Χριστιανοὺς ναί, ἐκείνους βέβαια ποὺ εἶνε ὑγιεῖς. Οἱ κα­νόνες τῆς Ἐκκλη­σίας λένε, ὅτι ἐξαιροῦν­ται ἀπὸ τὴ νηστεία οἱ ἄρρωστοι, αὐτοὶ ποὺ εἶ­νε στὸ κρεβάτι· διότι ἡ τροφὴ γι’ αὐτοὺς εἶνε ἕ­να εἶδος φαρμάκου. Μακάρι νὰ ἦταν ὑγιεῖς καὶ νὰ νηστεύουν. Ἐξ­αι­ροῦνται ἐπίσης οἱ γέ­ροντες, οἱ πολὺ γέρον­τες, ποὺ λόγῳ τῆς ἡλι­κίας τους εἶνε κι αὐτοὶ ἀσθενεῖς· γιατὶ τὸ γῆ­ρας εἶνε σοβαρὰ ἀσθέ­νεια, κατάπτωσις δυνά­μεων. Σ’ ἕνα γηροκομεῖο λ.χ., ποὺ οἱ τρόφιμοι μόλις κινοῦνται, δὲ μποροῦμε νὰ τοὺς ὑποχρεώσουμε σὲ νηστεία. Ἐξαιροῦνται ἀκόμη, σὲ εἰδικὲς περιπτώσεως, γυναῖκες ποὺ ἐγκυμονοῦν, ποὺ γέννησαν καὶ γαλουχοῦν βρέφη ἢ κρατοῦν μικρὰ παιδιά. Ὅλοι οἱ ἄλλοι ὅμως, ποὺ ἔχουν τὴν ὑγεία τους, ὑποχρεοῦνται νὰ νηστεύουν.
Τὸ ἕνα ὅπλο στὸν πνευματικὸ ἀγῶνα τῆς Σαρακοστῆς εἶνε ἡ νηστεία. Τὸ ἄλλο εἶνε ἡ προσευχή. «Τοῦτο τὸ γένος (τῶν δαιμόνων δη­λαδή) οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ» (Ματθ. 17,21). Χρειάζεται λοιπὸν τώρα προσ­­ευχή. Τί προσευχή; Ἐκτενής. Ἔτσι προσ­­ευ­χή­θηκε ὁ Χριστός, ἔτσι προσευχήθηκαν οἱ ἀ­πόστολοι, οἱ πατέρες, οἱ ἅγιοι, οἱ μάρτυρες, οἱ ὅσιοι, ἄντρες καὶ γυναῖκες ὅλων τῶν αἰώ­νων, ὅπως λ.χ. ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία· τόσο προσευχόταν, ὥστε δὲν πατοῦσε στὴ γῆ, γι­νό­­ταν ἄγγελος, πουλὶ πετούμενο· ἔτσι τὴν εἶδαν νὰ περνᾷ τὸν Ἰορδάνη. «Γρηγορεῖτε καὶ προσ­εύχεσθε», λέει καὶ σ’ ἐμᾶς ὁ Χριστός (ἔ.ἀ. 26,41).
―Ἐμεῖς, λένε μερικοί, δὲ μποροῦμε νὰ κάνουμε μεγάλες προσευχές… Καλὰ λοιπόν· δὲ μπορεῖς νὰ κάνῃς ἐκτενεῖς προσευχές, ποὺ κάνουν τὴ νύχτα στὰ μοναστήρια; κάνε τοὐ­λά­χιστον μιὰ σύντομη προσευχή. Ἔχει ἡ Ἐκ­κλησία μας καὶ σύντομες προσευχές. Νά λό­γου χάριν, ἡ πιὸ σύντομη προσευχὴ εἶνε τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Πόσες φορὲς ἀκούστηκε στὸν Μέγα Κανόνα ποὺ ἐψάλη σήμερα τὸ «Κύ­ριε, ἐλέησον»; Ἀπόψε εἶνε τὸ ἓν τέταρτον τοῦ Μεγάλου Κανόνος, ὄχι ὁλόκληρος ὁ κα­νών· ἀργότερα θὰ διαβαστῇ ὁλόκληρος. Αὐ­τὸς ὁ κανών, ἂν μετρήσουμε ὅλα τὰ τροπάριά του, εἶνε 250 περίπου. Ἀπόψε ἀκούσαμε τὰ 65 περίπου, κ’ ἐμπρὸς ἀπ’ τὸ καθένα ἀκου­γόταν τὸ «Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, ἐλέησόν με».
Λέει κάποιος ἅγιος, ὅτι, ὅταν ἕνα «Κύριε, ἐλέησον» βγαίνῃ ἀπ’ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώ­που μὲ βαθειὰ μετάνοια, φτάνει ―ναί― νὰ τὸν σώ­σῃ. Λέμε κ’ ἐμεῖς, ψαλτάδες καὶ πα­­πᾶ­δες, «Κύριε, ἐλέησον» «Κύριε, ἐλέησον» «Κύ­­ριε, ἐλέησον», ἀλλὰ ὁ νοῦς μας τὴν ὥρα ἐ­κεί­νη δὲν εἶνε στὸ Θεό. Θεομπαῖ­χτες καταν­τή­σαμε. Θὰ μᾶς τιμωρήσῃ ὁ Θεός, θὰ κλείσῃ τὶς ἐκκλησίες μας. Μοῦ ἔλεγαν, ὅτι στὴ ῾Ρω­σία οἱ πιστοί, ὅταν λένε τὸ «Κύριε, ἐ­λέ­ησον» γονα­τίζουν καὶ δακρύζουν. Ἐδῶ ὅλα ἔγιναν συνή­θεια! Δὲν κατηγορῶ κανέναν· πρῶτα τὸ λέω γιὰ τὸν ἑαυτό μου κ᾿ ἔπειτα γιὰ τοὺς ἄλ­λους. Αὐτὴ εἶνε μία σκληρὰ πραγματικότης. Ξέρετε πότε μόνο λέμε τὸ «Κύριε, ἐλέησον» μὲ τὴν καρδιά μας; Ὅταν τὸ τομαράκι μας κιν­δυνεύῃ· τότε φωνάζουμε «Κύριε, ἐλέησον» καὶ βγαίνει ἀπ’ τὴν καρδιά μας. Ἐὰν ὅ­μως τὸ λέμε γιὰ τὸ σῶμα, πόσο μᾶλλον γιὰ τὴν ψυχή; Πὲς πολλὲς φορὲς «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με»· εἶνε ἡ πιὸ σύντομη καὶ περιεκτικὴ προσευχή.
Ἄλλες σύντομες προσευχὲς εἶνε τὸ «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ» ποὺ εἶπε ὁ τελώνης (Λουκ. 18,13), τὸ «Ἥμαρτον εἰς τὸν οὐ­ρα­νὸν καὶ ἐνώπιόν σου» ποὺ εἶπε ὁ ἄσωτος (ἔ.ἀ. 15,18), τὸ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλ­θῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» ποὺ εἶπε ὁ λῃστής (ἔ.ἀ. 23,42). Μία μικρὴ ἐπίσης προσευχή, ποὺ τὴ γνωρίζετε, εἶνε αὐτὴ ποὺ λέμε τὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς στὸ Μέγα Ἀπόδειπνο· τὴν ἀκούσαμε ἀπόψε καὶ πιστεύω ὅτι ὅλοι θὰ τὴν αἰσθανθήκαμε· εἶνε τὸ «Κύριε τῶν δυνάμεων, μεθ᾿ ἡμῶν γενοῦ· ἄλλον γὰρ ἐκτός σου βοη­θὸν ἐν θλίψεσιν οὐκ ἔχομεν· Κύριε τῶν δυνά­μεων, ἐλέησον ἡμᾶς». Τὴν ξέρουν ὅλοι. Παλαι­ότερα στὰ σπίτια τὴν ἔλεγαν τὸ βράδυ καὶ τὰ μικρὰ παιδιὰ κάνοντας μετάνοιες.

* * *

Τέτοιο κλίμα, ἀγαπητοί μου, καλλιεργεῖ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μας τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.
Τὸ εἶπα πολλὲς φορὲς καὶ μὲ συγχωρεῖτε ἂν ἐπαναλαμβάνω μερικὰ πράγματα. Ἀνα­στε­νάζω ὅταν βλέπω ὅτι φτάσαμε σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ δυστυχῶς ὁ χριστιανισμὸς δὲν ζῇ ὡς μία ἁγία πραγματικότης· δὲν ζῇ ὡς πνευματικὸς ἀγών, δὲν ζῇ ὡς ἄσκησις, δὲν ζῇ ὡς νηστεία, δὲν ζῇ ὡς προσ­ευ­χή, δὲν ζῇ ὡς ἐλεημοσύνη, δὲν ζῇ ὡς συναί­σθησις καὶ μετάνοια, δὲν ζῇ ὡς λατρεία τοῦ Θεοῦ.
Πρέπει νὰ σταματήσω γιὰ νὰ κλά­ψω. Γιατί; Διότι ἔχετε οἰκογένειες, κάθεστε στὸ τραπέ­ζι, ἀλλὰ σταυρὸ δὲν κάνετε. Τὸ πρωΐ, τὸ μεση­μέρι, τὸ βράδυ προσευχὴ δὲν γίνεται. Ζή­τη­μα ἂν προσεύχωνται δέκα οἰκογένειες· οὔτε δέ­κα δὲν εἶνε. Δεῖξτε μου ἕνα σπίτι, ὅπου μάνα πατέρας παιδιὰ προσεύχονται οἰ­κογενεια­κῶς, νὰ πέσω νὰ τοὺς προσκυνήσω. Ὧρες ὁλόκλη­ρες στὸ ῥαδιόφωνο καὶ στὴν τη­λεόρασι. Ποιό τὸ ἀποτέλεσμα; Ἡ ψυχὴ ἀδειάζει, ἡ καρδιὰ σκληρύνεται, ἡ ζωὴ ἐκφυλίζεται. Ὅπως λέω ―καὶ κακοφαίνεται σὲ μερικούς―, γίναμε ῥε­μά­λια. Ἐξωτερικῶς ἔχουμε τὴ μορφὴ τοῦ ἀν­θρώ­που, ἐσωτερικῶς ἀποκτηνωθήκαμε. Καὶ ἂν αὐ­­τὸ οἱ ἄνθρωποι ἔξω δὲν τὸ αἰσθάνωνται, ἂς τὸ αἰσθανθοῦμε τοὐλάχιστον ἐμεῖς καὶ διὰ με­τανοίας καὶ ἀγῶνος ἂς ἐπιστρέψουμε στὸν Κύριο. Τὸ κλίμα τῆς Σαρακοστῆς βοηθεῖ.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. ναὸς Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης 25-2-1985, Καθαρὰ Δευτέρα ἑσπέρας)