Τετάρτη 5 Απριλίου 2017

Ἡ αὐτοβιογραφία μου. Ὅσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794), Μέρος 9.Μάρτυρας τῶν μυστικῶν του ἐμπειριῶν




 Εικόνα
ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΩΝ ΜΥΣΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΕΜΠΕΙΡΙΩΝ Η σύντομη αυτή ιστορία, γραμμένη με τη μικρόνοια πού έχω, περισσότερο αμαυρώνει παρά περιγράφει τις αρετές του. Αυτό θα έπρεπε να είναι έργο άνδρα πολύ σοφού, μολονότι νομίζω ότι και αυτός θα δυσκολευόταν να επεκταθεί σέ όλα, ίσως μάλιστα και να μην μπορούσε, λόγω τού ύψους της ζωής εκείνου. ‘Αν υπάρξει κάποιος πού με φθονερό μάτι θα διάβαζε τά γραφόμενα γι’ αυτόν, ίσως θα με κατηγορούσε ότι ξεπέρασα τά όρια εγκωμιάζοντας τον γέροντά μου.
Γι’ αυτό τον παρακαλώ να κάνει λίγη υπομονή και, αφού ακούσει λόγια απαλλαγμένα από κάθε ψέμα (διότι το ψέμα είναι όλο τού διαβόλου), τότε και ο ίδιος δεν θα διστάσει να επαινέσει τον άγιο άνδρα, πού είναι ανώτερος κάθε ανθρώπινου επαίνου, και να πει: «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις αυτού» , να προσθέσει δέ και τούτο: «Μακάριοι οι οφθαλμοί, ότι βλέπουσιν, και ώτα ότι άκούουσιν λόγους έκ στόματος αυτού» . Τρεις φορές είδα κάτι στον μακαριστό και τρόμαξα. Την πρώτη φορά στην Ντραγκομίρνα πήγα σ’ αυτόν μετά τον Εσπερινό. Θέλησα να κτυπήσω την πόρτα και να ρωτήσω τον υποτακτικό του αν μού επιτρέπει να περάσω μέσα, βλέποντας όμως την πόρτα ανοικτή, μπήκα, και, αφού είπα το «Δι’ ευχών», πέρασα μέσα.
Τον είδα ξαπλωμένο, έβαλα μετάνοια και είπα: «Εύλόγησον, πάτερ».Όπως είχε συνήθεια, αυτός δεν απάντησε τίποτε. Εγώ παραμένοντας όρθιος τον κοίταξα και είδα το πρόσωπό του σαν να ήταν πυρωμένο. Τρόμαξα, και αφού στάθηκα λίγο, είπα και πάλι με δυνατή φωνή το «Δι’ ευχών», αυτός όμως δεν απαντούσε. Ενώ τον έβλεπα έμενα έκπληκτος, διότι ποτέ δεν το είχα δει έτσι το πρόσωπό του. Επειδή από τη φύση του αυτός ήταν λευκός και χλωμός στο πρόσωπο, κατάλαβα ότι ή φλόγα της καρδιάς του, από την Αγάπη της προσευχής, διαπέρασε μέχρι το πρόσωπό του.
Αφού στάθηκα λίγο ακόμη, βγήκα και δεν μίλησα σέ κανέναν γι’ αυτό. Ύστερα από πολύ καιρό, ενώ συνομιλούσε μαζί μας, είδα για δεύτερη φορά το πρόσωπό του να λάμπει, ο ίδιος δέ από την πνευματική χαρά μιλούσε χαμογελώντας με ανείπωτη Αγάπη, βγάζοντας από μέσα του λόγους πνευματικούς, ήταν δέ σαν να ενστάλαζε στις ψυχές μας χαρά. Εγώ στεκόμουν και βλέποντάς τον έμεινα κατάπληκτος και τού μιλούσα με φόβο, δεν ρώτησα δέ τότε γι’ αυτό κανέναν από τούς αδελφούς πού ήταν εκεί, αλλά ούτε και εγώ ανέφερα τίποτε, φοβούμενος μήπως ακούοντας το αργότερα ο μακαριστός από κάποιον, θα λυπόταν. Διότι ήταν πολύ ταπεινόφρων και απεχθανόταν τά εγκώμια σαν να ήταν μίασμα. Πάντοτε κατέκρινε τον εαυτό του και για ότι συνέβαινε στο κοινόβιο έριχνε το φταίξιμο επάνω του, λέγοντας: «Εξαιτίας τών αμαρτιών μου συνέβη αυτό».
Αν πάλι συνέβαινε κάτι το ευχάριστο, τότε το απέδιδε στις προσευχές τών αδελφών. Και όσο περισσότερο απομακρυνόταν, τρέχοντας από τούς επαίνους, πού τούς απεχθανόταν όπως το μίασμα, τόσο περισσότερο τον δόξαζε ο Θεός σέ όλες τις χώρες. Και το όνομά του ήταν και είναι σεβαστό σέ όλους. Το να συζητά κανείς γι’ αυτόν είναι συζήτηση για τη δόξα του Θεού. Δόξαζαν και δοξάζουν τον Θεό, πού σ’ αυτούς τούς χαλεπούς και πονηρούς καιρούς ανέδειξε αυτόν τον εκλεκτό του, τον αληθινό και απαρέγκλιτο διδάσκαλο, πού φώτισε και ανανέωσε το μοναστικό κοινόβιο. Δεν είναι άσχετο ότι είπε γι’ αυτό το θέμα ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, ότι η δόξα ξεφεύγει από αυτόν πού την κυνηγά. Και πάλι ό ίδιος λέει ότι μετά βίας θα βρεις άνθρωπο πού μπορεί να υπομείνει τη δόξα, αν θα τον βρεις κιόλας. Και για να γίνει πιο κατανοητό, θα μπορούσε να πει: «Έστω και αν ήταν στα ήθη ίσος με τούς αγγέλους» .
Ο δικός μας στύλος της ταπεινοφροσύνης εύκολα υπέμενε τη δόξα και, κατέχοντάς την, την υπέφερε αβλαβώς, διότι από τη νεότητά του, πού προσπαθούσε στην κοσμική ακόμη ζωή να τον υποτάξει, αυτός την απέφευγε, διότι έβλεπε πολλά εξέχοντα πρόσωπα να χειροκροτούν γι’ αυτόν, περιμένοντας να είναι αυτός ο διάδοχος στη θέση τού πατέρα του και να καταστεί ο οδηγός και ποιμένας τους. Αυτός όμως τη δόξα την έφτυνε, όπως και το πρόσωπο τού πονηρού Βελίαρ, πού το απέρριπτε και απομακρυνόταν από όλο του το μίασμα και έμεινε άτρωτος από αυτό σέ όλη του τη ζωή. Λογιζόταν τον εαυτό του γη και σποδό κάτω από τά πόδια όλων και οφειλέτη στην αδελφότητα. Ποτέ δεν έκανε όνειρα για την εξύψωση του, αλλά την ελπίδα της σωτηρίας του την απέθετε στις προσευχές τών αδελφών.
Γι’ αυτό και ο Θεός τον εξύψωσε και τον δόξασε σ’ αυτή τη ζωή, αλλά έχουμε και την αδιάψευστη βεβαιότητα ότι και στη μέλλουσα θα τον δοξάσει, μαζί με τούς όσιους πατέρες.
Δεν τού έλειπε και το χάρισμα της προοράσεως και ότι προέβλεψε συνέβη.
Για κάποιο διαπρεπές πρόσωπο προέβλεψε κακό θάνατο, έτσι και έγινε. Για κάποιον άλλο αναστέναζε και έκλαιε και νουθετούσε και την τρίτη μέρα αυτό το πρόσωπο πνίγηκε. Έναν άλλο τον νουθετούσε, ενώ ήμουν και εγώ στο κελί του. Στο τέλος του είπε: «Τον τόπο στον οποίο επιθυμείς να πάς, δεν πρόκειται να τον δεις, αδελφέ μου». Σέ μία βδομάδα πέθανε. Γι’αυτόν ό μακαριστός έκλαψε πολύ. Τί μπορούμε να πούμε δέ και για το ότι, ενώ ο μακαριστός έμενε στο κελί του και έκτος από την εκκλησία δεν πήγαινε πουθενά, εντούτοις γνώριζε τις διαθέσεις όλων τών αδελφών, ακόμη και εκείνων πού ποτέ δεν έβλεπε. Κάποια φορά, πού ήμουν στο κελί του και συζητούσαμε, ήρθε ένας από τούς πρώτους πνευματικούς και τού είπε κάτι. Αυτός δέ του είπε: «Πώς δεν μπορείτε να γνωρίζετε τις διαθέσεις τών αδελφών, οι όποιοι καθημερινά έρχονται να εξομολογηθούν τούς λογισμούς τους;
Εγώ πού κάθομαι στο κελί μου γνωρίζω τά συναισθήματα όλων τών αδελφών, εσείς πώς δεν τά γνωρίζετε;» Πώς γνωρίζεις, μακαριώτατε πάτερ, αν δεν σου τά αποκάλυψε το Άγιον Πνεύμα, πού κατοίκησε στην καθαρή καρδιά σου; Είναι και πολλά άλλα πού θα μπορούσα να πω, αλλά τά αφήνω για να μην μακρηγορήσω.
Για τά θαύματα και τις θεραπείες δεν είναι απαραίτητο να γράψω, διότι η αγιότητα των πραγματικά Αγίων ανθρώπων δεν αναγνωρίζεται από τά θαύματα, ότι είναι δηλαδή άγιοι και καθαροί ενώπιον τού Θεού, αλλά από τά δόγματα της ορθής ορθόδοξης πίστης και από τη φύλαξη τών εντολών τού Θεού και τον καθαρό και αμόλυντο βίο.
Πολλοί ήταν οι αιρετικοί οι όποιοι έκαναν θαύματα, για τους οποίους ο Κύριος είπε: «Εκείνη την ημέρα πολλοί θα μού πουν: “Κύριε, δεν βαπτίσαμε στο όνομά σου; Δεν κάναμε τόσα θαύματα στο όνομά σου;” Και ο Κριτής είπε: “Ποτέ δεν σάς ήξερα φύγετε από εμένα οι εργαζόμενοι την ανομία”» . Και στον πλούσιο πού ρώτησε: «Πώς θα αποκτήσω αιώνια ζωή;» του είπε: «Να τηρήσεις τις εντολές» . Και πάλι: «Σάς δίνω μία νέα εντολή, να αγαπάτε ο ένας τον άλλο. «Όπως σάς αγάπησα εγώ, να αγαπάτε και εσείς ο ένας τον άλλο. Έτσι θα γνωρίζουν όλοι ότι είστε μαθητές μου, αν έχετε Αγάπη ό ένας για τον άλλο» . Και ο άγιος Χρυσόστομος διδάσκει ότι δεν πρέπει τον ορθόδοξο άνθρωπο να τον εξετάζεις αν είναι άγιος από σημεία και προφητείες, αλλά από τη σωστή ζωή του, όπως είπε ό Κύριος: «Από τούς καρπούς τους θα τούς γνωρίσετε» . Τούς δέ καρπούς τού σωστού πνευματικού άνδρα, τούς έδειξε ό Απόστολος Παύλος, λέγοντας: «Ο καρπός τού Πνεύματος είναι η Αγάπη, η χαρά, η ειρήνη, η μακροθυμία, η καλοσύνη, η αγαθότητα, η πίστη, ή εγκράτεια.
Τίποτε από αυτά δεν καταδικάζει ο νόμος» . Αν λοιπόν ο άνθρωπος αποκτήσει τέτοιους καρπούς, είτε τελεί σημεία είτε όχι, είναι φανερό ότι αυτός είναι άγιος και φίλος του Θεού. Ο δέ μακαριστός πατέρας μας έκανε πολλά θαύματα, αλλά επειδή γι’ αυτό το θέμα ούτε να ακούσει δεν ήθελε και όλα τά απέδιδε στην τιμιότατη Θεοτόκο, γι’ αυτό και εγώ θα σταματήσω, ώστε να μην τού εναντιωθώ, μολονότι γνωρίζω για πολλά θαύματα και πριν από τον θάνατό του και μετά από αυτόν.

Ἡ αὐτοβιογραφία μου. Ὅσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794), μέρος 11ο »Ἀναζητώντας στό Λιούπετσ ἕναν πνευματικό ὁδηγό»


ΕικόναΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΛΙΟΥΜΠΕΤΣ ΕΝΑΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΟΔΗΓΟ
Ύστερα από λίγες ήμερες καταπλεύσαμε στο Τσερνίγοβ και, αφού ευχαριστήσαμε τούς χριστιανούς εκείνους αποβιβαστήκαμε στην όχθη. Αποχαιρέτησα και τον σύντροφό μου και χωρίσαμε. Αυτός μεν τράβηξε τον δρόμο του, ενώ εγώ μπήκα στην πόλη και κατευθύνθηκα στην Ιερά Επισκοπή, όπου συνάντησα τον πνευματικό μου οδηγό και πατέρα, τον μεγαλόσχημο ιερομόναχο Παχώμιο, και πολύ χάρηκε η ψυχή μου.
Ασπάστηκα την αγία του δεξιά και με οδήγησε στο κελί του, όπου με φιλοξένησε λίγες ημέρες. Όταν βρήκα την κατάλληλη ευκαιρία, επίμονα τον παρακάλεσα να με καθοδηγήσει, από πού θα μπορούσα ευκολότερα να διαβώ τά σύνορα για ξενιτειά , όπου θα αξιωνόμουν να λάβω το μοναχικό σχήμα.Αυτός ανταποκρινόμενος στην παράκλησή μου, μού έδωσε την παρακάτω συμβουλή, λέγοντας: «’Άν θέλεις, αδελφέ, με όλη σου την ψυχή να βγεις από τά σύνορα της πατρίδας μας και να πάς στην ξενιτειά για να γίνεις ευκολότερα μοναχός, πήγαινε στην Ιερά Μονή Λιούμπετσκιη, πού βρίσκεται κοντά στην πόλη Λιούμπετς, την πατρίδα τού οσίου πατρός ημών Αντωνίου του Σπηλαιώτου . Εκεί θα βρεις τον τιμιότατο ιερομόναχο πατέρα Ιωακείμ, ο οποίος, μή κατανοώντας το νόημα του ευαγγελικού ρητού “Και ει η δεξιά σου χειρ σκανδαλίζει σε, έκκοψον αυτήν και βάλε από σου” , χάριν της τήρησης της αγνότητας, από χωρίς σωστή γνώση ζήλο, έκοψε τέσσερα δάχτυλα του αριστερού του χεριού. Αυτός λοιπόν θα σέ καθοδηγήσει, γιατί είναι πολύ έμπειρος. Και αφού το μοναστήρι αυτό είναι πάνω στον Δνείπερο, στα ίδια τά σύνορα, από εκεί θα σου είναι εύκολο να εκπληρώσεις την απόφασή σου. Περίμενε μόνο έως την ημέρα πού γίνεται παζάρι και, αφού βρεις εκεί άνθρωπο πού θα μπορούσε να σέ πάει στο Λιούμπετς, έλα να μου το πεις».
Ακολουθώντας τη συμβουλή του, πραγματικά την ημέρα της αγοράς βγήκα και μετά βίας βρήκα κάποιον από ένα χωριό πού ήταν στα μισά του δρόμου για το Λιούμπετς. Τον μίσθωσα λοιπόν για να με πάει έως το χωριό του, όπου ήταν η κατοικία του, και γύρισα για να ενημερώσω γι’ αυτό την ιερότητά του. Αυτός λυπήθηκε πού δεν μπόρεσα να βρω άνθρωπο από την ίδια την πόλη του Λιούμπετς για να με πάρει ως εκεί μαζί του, με συμβούλεψε όμως να μην στενοχωρηθώ, και μού είπε: «Μην λυπάσαι γι’ αυτό, αδελφέ, γιατί μεγάλος είναι ο Κύριος και θα σέ οδηγήσει ασφαλώς στην ιερά εκείνη μονή». Εγώ έπεσα στα πόδια του και, αφού έλαβα την τελευταία του ευλογία, τράβηξα τον δρόμο μου με εκείνον τον άνθρωπο, ο όποιος με έφερε ως το σπίτι του και μου προσέφερε κατάλυμα. Το πρωί τον παρακάλεσα επίμονα να με πάει μέχρι το μοναστήρι, διότι φοβόμουν να περπατήσω μόνος μου όλον εκείνο τον δρόμο, στάθηκε όμως αδύνατο να τον πείσω.
Απόθεσα την ελπίδα μου μόνο στον Θεό, και πήρα τον δρόμο με πολύ φόβο. Περνούσε ο δρόμος αυτός μέσα από μεγάλα δάση, και εγώ φοβόμουν τά θηρία, ο Θεός όμως με φύλαξε και πέρασα όλο τον δρόμο ασφαλώς. «Όταν βγήκα στο ξέφωτο, είδα από μακριά την πόλη Λιούμπετς και το μοναστήρι, πού απείχε περίπου τρία βέρστια από την πόλη, και ή ψυχή μου αγαλλίασε.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ. UNIVERSITY PRESS.

Ἡ αὐτοβιογραφία μου. Ὅσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794), μέρος 12ο. ‘Δόκιμος στή μονή τοῦ Λιουμπετς’


Εικόνα ΔΟΚΙΜΟΣ ΣΤΗ ΜΟΝΗ ΤΟΥ ΛΙΟΥΜΠΕΤΣ
Καθώς πλησίαζα στο μοναστήρι, βλέπω σιδερένια οδοφράγματα τοποθετημένα έως τον Δνείπερο ποταμό και φρουρά να στέκεται εκεί. Το μοναστήρι βρισκόταν πίσω από τη φρουρά. Με κατέλαβε φόβος και δεν ήξερα τί να κάνω. Μην έχοντας επάνω μου καμία γραπτή μαρτυρία για το ποιος είμαι, φοβόμουν ότι ή φρουρά θα με συλλάβει. Παρακάλεσα από όλη μου την ψυχή τον Θεό, όπως Αυτός γνωρίζει, να με φυλάξει από τούτο τον πειρασμό. Προχώρησα προς τη φρουρά. Και τότε, χάρη στη θεία Πρόνοια, πέρα από κάθε ελπίδα, είδα έναν μοναχό πού από την πόλη πήγαινε προς το μοναστήρι από την άλλη μεριά τού οδοφράγματος, ό όποιος, μόλις πλησίασε τη φρουρά, στάθηκε και με κοίταζε. «Όταν πλησίασα οι φρουροί με ρώτησαν: «Από που είσαι;» Αυτός αμέσως, προτού απαντήσω, τούς απάντησε τάχα με έκπληξη:«Τί τον ρωτάτε από που είναι; Δεν γνωρίζετε ότι είναι δόκιμος της μονής και ότι επιστρέφει στο μοναστήρι;» Μόλις άκουσαν αυτό οι φρουροί με άφησαν να περάσω. ’Έσπευσα προς τον τίμιο αυτό μοναχό, τού έβαλα μετάνοια, και μόλις αντιλήφτηκα ότι είναι ιερομόναχος, ασπάστηκα την αγία δεξιά του.
Τον ευχαρίστησα για την τόση του Αγάπη, και δόξασα την ανεξερεύνητη Πρόνοια τού Θεού, πού με φύλαξε από αυτόν τον πειρασμό. Ό τίμιος αυτός ιερομόναχος, πού λεγόταν ’Αρκάδιος, με πήρε μαζί του και με οδήγησε στην ιερά εκείνη μονή, εκεί στο κελί του, ώσπου να έρθει ό ηγούμενος, ό όποιος έλειπε κάπου για δουλειές τού μοναστηριού. Με πήρε μέσα στο κελί, και ώσπου να έρθει ό ηγούμενος μού μιλούσε με λόγους ψυχωφελείς, ήθελε δέ, αν αυτό το επέτρεπε και ό ηγούμενος, να με πάρει για σύγκελλό του. ’Αλλά και εγώ, επειδή είδα ότι ήταν άνθρωπος πνευματικός, λογικός και γεμάτος από φόβο Θεού, ήθελα, εφόσον θα ήταν δυνατόν, για χάρη της πνευματικής μου καθοδηγήσεως να ζήσω κοντά του.
Όταν ήρθε ό ηγούμενος στο μοναστήρι, μού τον έδειξε από το παράθυρο τού κελιού του λέγοντάς μου: «Να, αυτός πού στέκεται στη μέση τού μοναστηριού είναι ό ηγούμενος. Κοίτα τον, αδελφέ, και πες αν και σέ σάς εκεί στο Κίεβο έτσι περπατούν οι ηγούμενοι. Τον κοίταξα και τον είδα κοσμημένο με σταχτιά γενειάδα, να φοράει ένα μαύρο χοντρό μάλλινο επανωφόρι, και θαύμασα πολύ την ταπείνωσή του, πώς ηγούμενος αυτός φοράει τόσο φτωχικό ένδυμα• γιατί από τότε πού γεννήθηκα δεν είχα δει άλλους ηγουμένους ντυμένους τόσο φτωχικά. Στη συνέχεια ό γέροντας εκείνος φόρεσε το ράσο του, και με οδήγησε στον ηγούμενο, στου όποιου έπεσα τά πόδια ζητώντας την ευλογία του. Αφού με ευλόγησε κατά τη συνήθεια, με ρώτησε: «Από που είσαι, αδελφέ, και για ποιο λόγο ήρθες στο μοναστήρι μας;»
Εγώ του απάντησα ότι είμαι από την περιοχή τού Κίεβου, και ότι ήρθα στην ιερά μονή ώς δόκιμος, και το όνομά μου είναι Πέτρος. Μόλις το άκουσε, χάρηκε πολύ και μού είπε: «Ευχαριστώ τον παντελεήμονα Θεό μας διότι σέ έστειλε ώς δόκιμο. «Έως τώρα είχαμε έναν δόκιμο, ό όποιος διακονούσε ώς δοχειάρης και λεγόταν Πέτρος. Πριν δύο μέρες μάς έφυγε, και τώρα παραδίδω το ίδιο διακόνημα σέ εσένα πού έχεις το ίδιο όνομα». Ακούοντας το αυτό ό τίμιος εκείνος ιερομόναχος απόρησε και είπε στον ηγούμενο: «Πάτερ άγιε, αυτός ό αδελφός μόλις πού ήρθε στο μοναστήρι και τίποτε δεν γνωρίζει από τις μοναστηριακές συνήθειες. ’Αν ευδοκήσεις, ας μείνει στο κελί μου, ώσπου, κάτω από τις οδηγίες μου, να μάθει κάτι για τά διακονήματα τού μοναστηριού και τότε τού καθορίζεις όποιο διακόνημα θελήσεις».
Ό ηγούμενος απάντησε: «’Άν είχαμε, αδελφέ, κάποιον δόκιμο κατάλληλο γι’ αυτό το διακόνημα, ευχαρίστως θα εκπλήρωνα την επιθυμία σου, επειδή όμως, όπως βλέπεις, δεν έχουμε κανέναν, γι’ αυτό σ’ αυτόν τον αδελφό, έστω και αν ήρθε τώρα, καθορίζω αυτό το διακόνημα εξαιτίας της ανάγκης». Μόλις άκουσε την απάντηση ό τίμιος εκείνος ιερομόναχος έβαλε μετάνοια και έφυγε στο κελί του. Ό ηγούμενος διέταξε να ανοίξουν το δοχείο, με έβαλε μέσα και μού έδειξε όσα υπήρχαν εκεί, καθώς και την τάξη του διακονήματος, σέ τί ποσότητα να δίνω από εκεί στους μάγειρες τά απαραίτητα για την τράπεζα τών αδελφών και πού χρειάζονταν αυτά, δηλαδή ό χυλός, το ψάρι, το λάδι, το αλεύρι, το σιμιγδάλι και τά υπόλοιπα. Μού έδωσε και τά κλειδιά. Εγώ έβαλα μετάνοια και ζήτησα την ευλογία του, αυτός δέ με διέταξε να μείνω σέ ένα κελί όχι μακριά από το δικό του, όπου σέ ένα δωματιάκι ζούσε και ό ιε-ρομόναχος Ιωακείμ πού ανέφερα. Εγώ έμεινα σέ ένα μεγάλο κελί μαζί με έναν γέροντα μοναχό και έναν δόκιμο.
Εκτελούσα λοιπόν τη διακονία μου με ευχαρίστηση, μολονότι ήταν πολύ πέρα από τις δυνάμεις μου. Καθημερινώς, όχι μία και δύο φορές αλλά πολλές, σήκωνα τη βαριά πέτρα πού σκέπαζε τον χυλό και σηκώνοντάς την, πάνω από τις δυνάμεις μου, την τοποθετούσα ξανά με πολύ μεγάλη δυσκολία. Με αυτήν τη δουλειά, και ή λίγη υγεία πού είχα, βλάφθηκε πολύ.
Δεν τολμούσα καθόλου να μιλήσω γι’ αυτή στον άγιο καθηγούμενο, αλλά όσο μπορούσα, με ευγνωμοσύνη υπέμενα το έργο αυτό, παρακαλώντας τον Κύριο να με δυναμώσει. Εργαζόμουν φορώντας τά κοσμικά ρούχα με τά όποια είχα έρθει στο μοναστήρι, και επιθυμούσα πολύ να φορέσω τά μαύρα, όταν μπόρεσα δέ να αποκτήσω ράσο από απλό μαύρο ύφασμα, το οποίο και φόρεσα, δεν ήξερα τί να κάνω από την απερίγραπτη χαρά μου. Με τον καιρό, όταν πια κοιμήθηκε και εκείνος ό γέροντας μοναχός πού ζούσε μαζί μου, άφησε μια ενδυμασία από χοντρό σταχτί ύφασμα. Ό ηγούμενος με κάλεσε και μού την έδωσε λέγοντάς μου «Αν σού αρέσει αυτή ή ενδυμασία, φόρεσε την».
Εγώ τού έβαλα μετάνοια και παίρνοντας την ευλογία του πήγα στο κελί μου, έβγαλα τά κοσμικά μου ρούχα και με τέτοια χαρά ντύθηκα αυτά πού μού έδωσε ό ηγούμενος, πού τά φίλησα πολλές φορές σαν να ήταν κάτι το ιερό. Και τά φορούσα συνέχεια, ώσπου έλιωσαν επάνω μου, και ευχαριστούσα τον Θεό, πού αντί για τά κοσμικά ρούχα πού φορούσα έως τώρα, αξιώθηκα αυτά πού έπρεπε, τά μοναστηριακά. Φορώντας τα με χαρά, εκτελούσα το διακόνημα πού μού είχε οριστεί, αρχίζοντας με τον Όρθρο, και τελειώνοντας αργά το βράδυ.
Κάπου κάπου, ενώ ήμουν νύχτα στο κελί μου, με καλούσε εκείνος ό τίμιος ιερομόναχος Ιωακείμ να τού διαβάσω τον κελιωτικό κανόνα. Για χάρη αυτού είχα έρθει ειδικώς στο μοναστήρι αυτό, για να λάβω τη συμβουλή του και καθοδήγηση περί της αποφάσεως πού είχα πάρει, γι’ αυτό όμως, έστω και αν έβρισκα την ευκαιρία, δεν τολμούσα καθόλου να τού μιλήσω, παρά απλώς απόθετα μόνο στον Θεό όλη την ελπίδα μου.

Ἡ αὐτοβιογραφία μου, Ὅσιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκι (1722-1794), μέρος 13 »Ἀντιγράφει τήν κλίμακα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου»


Εικόνα
ΑΝΤΙΓΡΑΦΕΙ ΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ
Ύστερα από λίγο καιρό, ο ηγούμενος έστειλε τον πατέρα Ιωακείμ να ζήσει σέ μία σκήτη της μονής πού τιμάτο στο όνομα του οσίου πατρός ημών Ονούφριου και απείχε πέντε βέρστια από το μοναστήρι. Το δωμάτιο στο όποιο ζούσε αυτός μού το έδωσε εμένα.
Κάποια φορά με κάλεσε και μου έδωσε το βιβλίο τού οσίου πατρός ημών Ιωάννου της Κλίμακος, το όποιο διαιρείτο σέ εβδομήντα διδαχές, και μου είπε: «Πάρε, αδελφέ, το βιβλίο αυτό και διάβασε το προσεκτικά και επιμελώς, και θα διδαχθείς την ιερή υπακοή και κάθε καλό έργο, γιατί το βιβλίο αυτό είναι πολύ ψυχωφελές». Εγώ, κατά τη συνήθεια, έκανα εδαφιαία μετάνοια, ασπάστηκα την αγία του δεξιά, και πήρα το βιβλίο εκείνο με αμέτρητη χαρά, θαυμάζοντας την κατά Θεόν Αγάπη πού έδειχνε για μένα και για την πατρική του μέριμνα για τη δική μου ψυχή, και έτσι τράβηξα για το κελί μου.Όταν διάβασα λίγο από αυτό το βιβλίο, τόσο ευχαριστήθηκε η ψυχή μου από τούς λόγους τού θεοφόρου εκείνου πατρός, του γεμάτου από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, ώστε σκέφθηκα ότι, αφού στο μοναστήρι αυτό πρόκειται να μείνω για λίγο μόνο καιρό, και φεύγοντας από εκεί σέ κάποιον άλλο τόπο μπορεί να μην ξαναβρώ τέτοιο βιβλίο, γι’ αυτό, χάριν παντοτινής ωφέλειας της ψυχής μου, να το αντιγράφω τις νύχτες πού είχα ησυχία. Μην έχοντας κερί, επειδή στη μονή σχεδόν όλοι οι πατέρες φώτιζαν με δαυλούς, άναψα και εγώ δαυλό, τού οποίου το μήκος ήταν ένα σάζεν , και τον έμπηξα σέ μια τρύπα του τοίχου.
Επικαλέστηκα τη θεία βοήθεια και άρχισα να αντιγράφω, με μεγάλη όμως δυσκολία εξαιτίας του καπνού, ο οποίος, μή βρίσκοντας διέξοδο, κατέβαινε προς τά κάτω και γέμιζε το κελί μου. Όταν κατέβαινε πιο κάτω και από το κεφάλι μου, δεν μπορούσα πια να γράψω και τότε άνοιγα το παράθυρο τού μικρού εκείνου δωματίου, πήγαινα στο μεγάλο κελί και περίμενα ώσπου να φύγει ο καπνός.
Ύστερα έμπαινα στο δωμάτιο, έκλεινα το παράθυρο και άρχιζα πάλι να γράφω, ώσπου ξαναγέμιζε καπνό. Έτσι έκανα κάθε νύχτα, βρίσκοντας μεγάλη δυσκολία στο έργο αυτό, ώσπου στο τέλος απέκτησα μία καντήλα, στην οποία έχυνα λάδι και διευκολύνθηκα στο γράψιμο. Με αυτό τον τρόπο, ως την ημέρα πού έφυγα από εκείνη τη μονή, είχα αντιγράψει το μεγαλύτερο μέρος τού βιβλίου.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ. UNIVERSITY PRESS.

Ἡ αὐτοβιογραφία μου, Ὅσιος Παΐσιος Βελτσκόφσκι (1722-1794), μέρος 14ο «Ἡ ἀσύνετη γενναιοδωρία τοῦ Παΐσίου’


Η ΑΣΥΝΕΤΗ ΓΕΝΝΑΙΟΔΩΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΪΣΙΟΥ
Στην αρχή της έλευσής μου στο μοναστήρι εκείνο εκτελούσα το διακόνημα πού μού είχε ανατεθεί και έως ένα διάστημα είχα βαθιά γαλήνη στην ψυχή μου. Αυτό γινόταν όσο καιρό μπορούσα να κρατήσω στη συνείδησή μου την εντολή πού μου είχε δοθεί από τον ηγούμενο, να μοιράζω έτσι όπως αυτός είχε καθορίσει στους μάγειρες τα απαραίτητα για την τράπεζα της αδελφότητας. Πήγαινα δηλαδή στις αυλές του μοναστηριού και σέ όλα τά μέρη τά οποία μου είχαν καθοριστεί, από τά οποία περνούσα κάθε εβδομάδα και μοίραζα τά απαραίτητα πού έπαιρνα από το δοχείο του μοναστηριού.
Όταν οι αδελφοί έμαθαν τις συγκαταβατικές μου συνήθειες και την καλή μου διάθεση προς τά αιτήματά τους, άρχισαν σχεδόν όλοι, όχι μόνο οι μοναχοί παρά και οι ιερομόναχοι και ιεροδιάκονοι, να έρχονται και να μού ζητούν, ιδίως τις βραδινές ώρες, αυτά πού ήθελαν: αλεύρι σικαλίσιο, κεχρί, λάδι και τά υπόλοιπα χρειαζούμενα. Εγώ δεν είχα από τον ηγούμενο καμία εντολή να τούς δίνω όταν θα ζητούσαν κάτι, αλλά ούτε και να μην δίνω.
Μα και να τον ρωτήσω δεν τολμούσα, γιατί φοβόμουν μήπως μου απαγορεύσει αυστηρά να δίνω οτιδήποτε χωρίς την ευλογία του, εγώ δέ, μην μπορώντας να τηρήσω την εντολή του χωρίς να την παραβώ, θα έπεφτα στο ανευλόγητο, και έτσι θα αμάρτανα ακόμη χειρότερα ενώπιον τού Θεού. Να δώσω πάλι κάτι χωρίς την ευλογία και την άδεια του ηγουμένου δεν με άφηνε η συνείδησή μου. Βλέποντας όμως τόσο σεβάσμιους και άγιους πατέρες και αδελφούς να έρχονται σέ εμένα, τον ανάξιο και έσχατο από όλους αυτούς, και να ζητούν με τόση ταπείνωση αυτό πού τούς χρειαζόταν για το βράδυ ή κάποια άλλη στιγμή, ντρεπόμουν ακόμη και τά πρόσωπά τους να ατενίσω. Έτσι, παραβαίνοντας τη συνείδησή μου, δεν τολμούσα σέ κανένα τους να αρνηθώ, αλλά τούς έδινα τά απαραίτητα κατά τις ανάγκες τους.
Το ίδιο και οι μάγειρες, όταν έπαιρναν τά απαραίτητα για να ετοιμάσουν το φαγητό στην τράπεζα, με έπειθαν χωρίς να το θέλω να τούς δίνω διπλά τά απαραίτητα, δηλαδή το βούτυρο, τά ψάρια, το λάδι, το κεχρί και τά λοιπά, λέγοντας ότι έτσι θα ήταν καλύτερη η τράπεζα για την αδελφότητα.
Εγώ πειθόμουν από αυτούς και, χωρίς να το θέλω, παρέβαινα τη σαφή εντολή τού ηγουμένου με το να τούς δίνω τά απαραίτητα διπλά και μάλιστα παραπάνω από αυτό. Το φαγητό φαινόταν καλύτερο και πιο νόστιμο στην αδελφότητα, και όλοι τους με αγαπούσαν και ήταν ευγνώμονες διότι στις στιγμές της ανάγκης εκπλήρωνα τά αιτήματά τους. Ορισμένοι μάλιστα μου έλεγαν ότι τάχα, χάρη στη φροντίδα μου και την εκπλήρωση τών αιτημάτων τους, η θεία Πρόνοια έδωσε στο δοχείο μεγαλύτερη αφθονία τροφίμων. «Όταν ήμουν μαζί τους και τά άκουα αυτά, φαινομενικώς έδειχνα ευχαριστημένος, στην ψυχή μου όμως δεν είχα την ίδια ηρεμία πού είχα πρώτα. Η συνείδησή μου συχνά με έτυπτε για την παράβαση της εντολής του ηγουμένου και τις χωρίς ευλογία αυτές διανομές, και όσον καιρό έμενα εκεί εκτελούσα το διακόνημά μου εκείνο σέ κατάκριση της ψυχής μου.
Για ένα μόνο πράγμα χαιρόταν πολύ η ψυχή μου, ότι δηλαδή ζώντας εκεί δεχόμουν μεγάλη ωφέλεια με το να βλέπω την άκρα και μεγάλη ταπείνωση του οσιότατου και αγίου εκείνου ηγουμένου Νικηφόρου, αυτού πού με δέχτηκε στην ιερή εκείνη μονή. Είχε συνήθεια τά βράδια να καλεί στο κελί του σέ δείπνο κάποιους από τούς τιμιότατους εκείνους πατέρες, πολλές δέ φορές καλούσε και έμενα. «Όταν έμπαινα στο κελί του και τον έβλεπα να κάθεται στο τραπέζι με κάποιον άγιο πατέρα, όχι μόνο δεν τολμούσα να καθίσω μαζί τους αλλά, αναλογιζόμενος την αναξιότητα μου, ούτε στα μάτια τολμούσα να τούς κοιτάξω. Όταν με επιμονή με παρακινούσαν να καθίσω και εγώ, με μεγάλη ντροπή καθόμουν μαζί τους και δειπνούσα. Το δείπνο συνίστατο από μόνο χυλό ή κάσα από πλιγούρι, είτε κάτι παρόμοιο. Το ποτό ήταν κβάς ξυνό ή από αχλάδι, το ίδιο πού προσέφεραν και στους αδελφούς στη μοναστηριακή τράπεζα.
Στο μοναστήρι εκείνο δεν είδα ποτέ άλλο κανένα ποτό, δηλαδή ούτε ύδρόμελο ούτε ζύθο, έκτος από ρακί, το όποιο σέ καθορισμένες μόνο ημέρες διανεμόταν στους αδελφούς. Μόλις τελείωνε το δείπνο και κάναμε προσευχή, ο ηγούμενος με απέλυε να πάω στο κελί μου. Πολλές φορές στη διάρκεια του δείπνου με διέτασσε να βάλω ανάγνωση και εγώ διάβαζα. «Όταν συνέβαινε να διαβάσω βίους Αγίων πολύ κατανυκτικούς —και τούς διάβαζα μάλιστα εκφραστικώς— όπως μάς είχαν μάθει στη σχολή, πολλοί από τούς πατέρες κατανύγονταν και έκλαιγαν, και τότε έπαυαν να τρώγουν. “Άλλοι πάλι σηκώνονταν από την τράπεζα και στέκονταν γύρω μου, ακούοντας την ανάγνωση με κατάνυξη και δάκρυα. Καθώς έβλεπα να έχουν τέτοιο ζήλο για ψυχωφελείς λόγους, ένιωθα χαρά στην ψυχή μου και δόξαζα τον Θεό.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ. UNIVERSITY PRESS.

Ἡ αὐτοβιογραφία μου. Ὅσιος ΠαΐσιοςΒελιτσκόφσκι (1722-1794), μέρος 15ο »Ἕνας ἀνελέητος ἡγούμενος


ΕΝΑΣ ΑΝΕΛΕΗΤΟΣ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ
Όσο καιρό ζούσα σέ εκείνο το μοναστήρι η μεγαλύτερη χαρά πού ένιωθα ήταν πού έβλεπα πώς εκείνος ο οσιότατος ηγούμενος, σαν φιλεύσπλαχνος πατέρας, διοικούσε την αδελφότητα με μεγάλη Αγάπη, με πραότητα και ταπείνωση, με υπομονή και καρτερικότητα. Αν συνέβαινε κάποιος από τούς αδελφούς, σαν άνθρωπος, να αμαρτήσει σέ κάτι, και να ζητήσει συγγνώμη, αμέσως τον συγχωρούσε, διορθώνοντάς τον με πνεύμα πραότητας και τιμωρώντας τον με λόγια ψυχωφελή, ορίζοντας του και κανόνα, στο μέτρο των δυνάμεών του.
Γι’ αυτό και ολόκληρη η αδελφότητα ζούσε σέ βαθιά ειρήνη, ευχαριστώντας γι’ αυτό τον Θεό. Όταν πέρασαν τρεις μήνες από τον ερχομό μου στο μοναστήρι, με εντολή του πανιερώτατος μητροπολίτη Μολδαβίας κυρ Αντωνίου, πού αρχιεράτευε στο Τσερνίγοβ, ορίστηκε να ηγουμενεύει άλλος ηγούμενος, από άλλο μοναστήρι, άνθρωπος μορφωμένος, ο Γερμανός Ζαμπορόφσκι.Ήρθε λοιπόν στη μονή τού Λιούμπετς, στην οποία ζούσα, και άρχισε να τη διοικεί όχι όπως ο ηγούμενος πού ανέφερα παρά αυταρχικός. Όταν με τον καιρό οι αδελφοί κατάλαβαν τις διαθέσεις του τρομοκρατήθηκαν και από τον φόβο τους δραπέτευσαν από το μοναστήρι σέ άγνωστο τόπο. Συνεχίζοντας εγώ το ίδιο διακόνημα, έτρεμα μην κάνω κάποιο σφάλμα, πράγμα πού δεν απέφυγα.
Κάποια μέρα, τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, με διέταξε να δώσω στους μάγειρες κάποιο είδους λαχανικού για την τράπεζά του. Μην έχοντας καταλάβει τί είδους λάχανο με διέταξε να δώσω, βγήκα από το κελί του και, χωρίς να τολμήσω να τον ξαναρωτήσω, διαβίβασα στους μάγειρες την εντολή. Αυτοί λοιπόν μαγείρεψαν εκείνο το λάχανο πού νόμιζαν για καλύτερο.
Όταν ο μάγειρας το έφερε στο κελί του και το απόθεσε στο τραπέζι τον ρώτησε: «Τί λάχανο είναι αυτό;» «Όταν έμαθε από αυτόν τί έγινε, δεν είπε τίποτε, μόνο φώναξε έμενα στο κελί του, σηκώθηκε από το τραπέζι, και μου είπε: «Αυτό το λάχανο σέ διέταξα να δώσεις για την τράπεζά μου;» Και λέγοντας αυτό, τόσο δυνατά με χτύπησε στο μάγουλο, πού μόλις και μπόρεσα να στηριχθώ στα πόδια μου. Στη συνέχεια με κλώτσησε και έπεσα στο κατώφλι του κελιού. Μόλις σηκώθηκα, μου φώναξε: «Έξω, ακαμάτη». Βγήκα έξω και έτρεμα από τον φόβο, σκεπτόμουνα δέ ότι, αν γι’ αυτό πού δεν πίστευα ότι είναι μεγάλο σφάλμα, τόσο θύμωσε με έμενα, τί θα υπέφερα αν τύχαινε και έπεφτα σε μεγαλύτερο.
Το ίδιο συνέβη και με τον ηγουμενιάρη πού τον υπηρετούσε, ο οποίος έμενε στο ίδιο κελί με εμένα, ο οποίος έτυχε να φταίξει σέ κάτι απέναντι του• θύμωσε και με τούς δύο μας, και καυχιόταν μπροστά σέ άλλους ότι θα μας τιμωρήσει με άγριο ξυλοδαρμό, πράγμα που από Αγάπη για εμάς αυτοί μας το πληροφόρησαν. Ο υπηρέτης του, πού γνώριζε τις διαθέσεις του, φοβήθηκε μήπως συμβεί κάτι τέτοιο, και άρχισε να σκέφτεται που θα μπορούσε να καταφύγει, μού μίλησε δέ και έμενα γι’ αυτό.
Ξεθάρρεψα και εγώ και τού εμπιστεύτηκα ότι είχα την απόφαση να φύγω από τη χώρα, να ξενιτευτώ και να ψάξω για κατάλληλο μέρος, όπου θα αξιωνόμουν να λάβω το μοναχικό σχήμα. Μόλις το άκουσε χάρηκε πολύ. Έτσι, αρχίσαμε να συζητάμε πώς να περάσουμε τά σύνορα πού ήταν ό Δνείπερος, πάνω στον όποιο, όχι μακριά, στο βουνό, βρίσκεται η μονή του Λιούμπετς

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΙ. UNIVERSITY PRESS.

Γνωρίζεις μέ ποιούς πολεμᾶς;


Γνωρίζεις πόσες λεγεώνες ἀοράτων ἐχθρῶν σὲ κυκλώνουν;Καὶ γνωρίζεις ὅτι ὁ καθένας τους σὲ πολεμάει μὲ τὸν δικό του εἰδικὸ τρόπο;Βρυχῶνται ὅλοι τους καὶ στριγγλίζουν ἐκκωφαντικὰ,καὶ ἄς μὴν τοῦς ἀκοῦς ἐσύ,πασχίζοντας λυσσασμένα νὰ καταβροχθίσουν τὴν ψυχή σου.Δὲν θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ εἶσαι προσεχτικός;
 Εἶναι δυνατὸν νὰ κερδίσεις τὴν σωτηρία,ὅταν τρῶς καὶ πίνεις ὑπερβολικά, ὅταν ξαπλώνεις καὶ συνεχῶς ἀναπαύεις τὸ σῶμα σου; Ἄν δὲν ἀγωνιστεῖς πρῶτα πρῶτα σ’αὐτὰ δὲν θὰ ξεφύγεις ἀπὸ τὶς παγίδες τῶν ἐχθρῶν.
 Μπήκαμε στὸν πνευματικὸ ἀγώνα πατῶντας θὰ λέγαμε στὴν φωτιά. Ἄν θέλουμε νὰ εἴμαστε ἀληθινοὶ πολεμιστὲς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν καὶ ὄχι ψευτομέτοχοί της, τότε ἄς ἀποτινάξουμε ἀπὸ πάνω μας τὴ φιλοδοξία καὶ κάθε προσκόλληση σὲ ἐπίγεια, ποὺ ἐξατμίζουν τὸν πνευματικὸ ζῆλο καὶ σκεπάζουν μὲ σκοτάδι τὴν ψυχή.Ἄς ἀποτινάξουμε τὴν νωθρότητα ,τὴν ὀλιγοψυχία καὶ τὴν θηλυπρεπὴ μαλθακότητα,γιὰ ν’ἀντιμετωπίσουμε δυναμικὰ τὶς δαιμονικὲς πανουργίες.
Αὐτοὶ εἶναι διαρκῶς ἀπασχολημένοι μὲ μᾶς.Σὰν ἀκοίμητοι φύλακες παρατηροῦν τὶς κλίσεις καὶ τὶς ἐπιθυμίες μας, ἐξιχνιάζουν τὶ ἀγαπᾶμε καὶ τὶ σχεδιάζουμε, παρακολουθοῦν μὲ τὶ περισσότερο ἀσχολούμαστε .Ὅταν δοῦν πὼς ὑπάρχει μέσα μας ἕνα πάθος,τὸ ἐξεγείρουν και στήνουν τὰ δίχτυα τους.
 Δὲν μᾶς ἀναγκάζουν νὰ κάνουμε ἐκεῖνο που δἐν ἐπιθυμοῦμε, ἐκεῖνο ἀπὸ τὸ ὁποῖο ὁ νοῦς μας αποκλίνει και μὲ τὸ ὁποῖο ἡ βούληση μας δὲν συμφωνεί, γιατὶ γνωρίζουν ὅτι δὲν θὰ ὑποκύψουμε.Μᾶς δοκιμάζουν βέβαια λίγο,γιὰ νὰ δοῦν ἅν καὶ κατὰ πόσο θὰ δεχθοῦμε τὸ ἕνα ἢ τὸ ἄλλο πάθος .Καὶ ἀνἀλογα μὲ τὴν επιθυμία και τὸν πόθο μας, σφίγγουν τὶς θηλιὲς τῶν παγίδων τους.
  Ἔτσι ἡ ἀφορμὴ και ἀρχὴ τῆς ἁμαρτίας βρίσκεται σὲ μᾶς τοὺς ίδιους ,στὴν προσκόλληση μας, στὴν ἀδυναμία μας , στὴν αμέλεια καὶ τὴν ἀπροσεξία μας.Σὲ μᾶς βρίσκεται ἡ ἀρχικὴ αἰτία,τὸ πάθος ποὺ δὲν τὸ κόβουμε καὶ στοὺς δαίμονες βρίσκεται ἡ τελικὴ αἰτία τοῦ κακοῦ.
 Ἔτσι μᾶς γκρεμίζουν οἱ δαίμονες σ’ὅλα τὰ πάθη.Ἔτσι μπλεκόμαστε στὰ δίχτυα τους καὶ ἔτσι μᾶς κάνουν νὰ πέφτουμε σὲ κάθε ἁμαρτία.Δίχτυα ὀνομάζω τὸ πρῶτο σκίρτημα τῆς ὁποιοσδήποτε ἐπιθυμίας καὶ τοὺς διάφορους ἀκάθαρτους λογισμοὺς μὲ τοὺς ὁποίους δενὀμαστε μὲ κάποιο πάθος καὶ πέφτουμε στὴν ἀντίστοιχη ἁμαρτία.Ἔτσι μπαίνουν μέσα μας οἱ δαίμονες καὶ κλέβουν τὸν πνευματικό μας θησαυρό.
 Απόσπασμα απο το βιβλίο
Τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ τοῦ Ὁσίου Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ