Κυριακή 15 Μαρτίου 2015

Ἡ ἀληθινὴ ἔκφρασις τῆς ἐλευθερίας. Μιχαὴλ Μιχαηλίδη

Ἡ ἀληθινὴ ἔκφρασις τῆς ἐλευθερίας

   Μιχαὴλ Ε. Μιχαηλίδη, Θεολόγου

Χειρότερη παρερμηνεία καί παραποίηση καί κατάχρηση τῆς ἐλευθερίας δέν παρατηρήθηκε ποτέ, ὅσο στήν ἐποχή μας. Θά ᾽λεγε κανείς πώς, εἶναι πρωτοφανής ἡ διαστροφή τῆς ἐλευθερίας σ᾽ ὅλες τίς ἐννοιολογικές της σημασίες.
Τό αὐτεξούσιο τοῦ "κατ’ εἰκόνα" ἀχρειώθηκε μεταπτωτικά, καί ὁ ἄνθρωπος θ᾽ ἀνακτήσει δυνάμεις μόνο μέ ἀγώνα καί τή χάρι τοῦ Πνεύματος, "οὗ δέ τό Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία" (Β´ Κορ. Γ´ 17).
 Ἡ ἀληθινή ἔκφραση τῆς ἐλευθερίας δέν εἶναι ἐπιδεικτική καί θορυβώδης, ἀλλά ἐσωτερική τῆς ψυχῆς δύναμη. Ὁ συγγραφέας τῆς "Μίμησης τοῦ Χριστοῦ" τήν ὀνομάζει "ἐλευθερία τῆς καρδιᾶς". Ἡ ἀληθινή ἐλευθερία εἶναι πνευματική.
Ὅταν ὁ Κύριος ζητᾶ τήν καρδιά μας, αὐτό σημαίνει πώς ζητᾶ τήν ἐλευθερία μας. Ἄλλωστε, κανένας δέ σέβεται τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου τόσο, ὅσο Ἐκεῖνος πού τήν δημιούργησε. Αὐτό ὑποδηλώνεται μέ τόν ὑπέροχο στίχο τῆς Ἀποκάλυψης (Γ´ 20), ὁ ὁποῖος παρουσιάζει τόν Κύριο νά χτυπᾶ τήν πόρτα τῆς ψυχῆς μας καί νά λέει: «Ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καί ἀνοίξῃ τήν θύραν καί εἰσελεύσομαι πρός αὐτόν...».
Ὁ μέγας ἐλευθερωτής τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης εἶναι ὁ Ἰησοῦς. «Ἐάν οὖν ὁ Υἱός ὑμᾶς ἐλευθερώση, ὄντως ἐλεύθεροι ἔσεσθε» ( Ἰω. Η´ 36).Μόνο ἄπιστοι καί ἄθεοι δέν ἔχουν καμιά σχέση μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό.
 Ἀλλ᾽ ὅποιος δέν ἔχει σχέση μέ τό Χριστό, δέν ἔχει σχέση μέ τήν ἐλευθερία. Οἱ ἐχθροί τοῦ Χριστοῦ Τόν πολεμοῦν, γιατί ἡ ἐλευθερία Του, κοστίζει. Τούς κοστίζει τίς ἁμαρτωλές ἡδονές. «Πᾶς ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς, καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ» (Ἰω. Γ´ 20). Ἀληθινά ἐλεύθεροι καί μακάριοι εἶναι "οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται" (Ματθ. Ε´ 8).
 Ὅσοι δέν ἐμπιστεύονται τό Χριστό, δέν εἶναι ἄξιοι ἐμπιστοσύνης ἀπ᾽ τούς ἀνθρώπους. Ἡ ἐλευθερία τοῦ πνεύματος, ἡ ἐλευθερία τῆς καρδιᾶς, ξέρει νά ὑποτάσσεται, νά πειθαρχεῖ, νά ἀγαπᾶ θυσιαστικά, νά σταυρώνει τά πάθη καί ὅλα τά ἐλαττώματα, νά διακονεῖ, νά συγχωρεῖ καί τούς ἐχθρούς… καί νά "φέρεται ἐπί τήν τελειότητα".
Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος γράφοντας γι᾽ αὐτούς πού ζοῦν "ἐν ἐπιθυμίαις σαρκός ἀσελγείαις... ἐλευθερίαν ἐπαγγελλόμενοι, αὐτοί δοῦλοι ὑπάρχοντες τῆς φθορᾶς" (Β´ Πέτρ. Β´ 19). Ὅσοι δέν ζοῦν ἠθική χριστιανική ζωή, δέν ἔχουν δικαίωμα νά κάνουν τό δάσκαλο καί νά μιλᾶνε γιά ἐλευθερία,"δοῦλοι ὑπάρχοντες τῆς φθορᾶς", ἐνῶ, δηλαδή, οἱ ἴδιοι εἶναι δοῦλοι τῶν παθῶν τους.
Γιά ὅσους μάλιστα, κατέχουν ἐξέχουσες θέσεις, βαρυσήμαντος εἶναι ὁ λόγος τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου: «Ἀνδρός ἐπιφανοῦς καί πολλοῖς γνωρίμου πλημμέλεια, κοινήν ἅπασι φέρει τήν βλάβην». Καί μικρό ἀκόμα παράπτωμα ἐπισήμου καί γνωστοῦ προσώπου, προξενεῖ σκάνδαλο καί κακό παράδειγμα σ᾽ ὅλο τό λαό. Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό ἡγέτες μέ ἐσωτερική, πνευματική ἐλευθερία.

 Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φυλ. 1997, 8 Νοεμβρίου 2013 

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΣΚΗΣΗ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ Τοῦ Φω­τί­ου Κα­τσά­ρου, θε­ο­λό­γου

 

   Ἡ Ἁ­γί­α καὶ Με­γά­λη Τεσ­σα­ρα­κο­στή, ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να « πνευ­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι» ποὺ προ­ο­ρι­σμὸς του εἶ­ναι τὸ Πά­σχα. Ἡ λει­τουρ­γι­κὴ αὐ­τὴ πε­ρί­ο­δος ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν κο­ρύ­φω­ση καὶ τὴν ἔν­τα­ση τῆς προ­ε­τοι­μα­σί­ας τῶν πι­στῶν μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἐμ­πει­ρί­α τῆς ἄ­σκη­σης  καὶ τὴν καλ­λι­έρ­γει­α τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς.
   Στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σί­α ἡ πνευ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν εἶ­ναι κά­τι ἀ­φη­ρη­μέ­νο οὔ­τε κά­τι ποὺ συν­δέ­ε­ται μὲ τὴ λο­γι­κή, τὸ συ­ναί­σθη­μα, τὴν αἰ­σθη­τι­κή, ἀλ­λὰ ἡ ἑ­νό­τη­τα τοῦ Χρι­στια­νοῦ μὲ τὸν Χρι­στὸ καὶ ἡ κοι­νω­νί­α του μὲ τὸ Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη πνευ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι συ­νώ­νυ­μη μὲ τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ή. Ἡ πνευ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν εἶ­ναι κά­τι ποὺ πα­ρεμ­βάλ­λε­ται με­τα­ξύ του Χρι­στια­νοῦ καὶ τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λὰ εἶ­ναι ἔκ­φρα­ση τῆς ἕ­νω­σης τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸν Θε­ό, δὲν εἶ­ναι κά­τι ποὺ γί­νε­ται ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α, ἀλ­λὰ ἡ ζω­ὴ μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α.
   Ἡ ὀρ­θό­δο­ξη πνευ­μα­τι­κό­τη­τα ταυ­τί­ζε­ται καὶ ἐκ­φρά­ζε­ται μὲ τὴν Ὀρ­θό­δο­ξη ἄ­σκη­ση. Ἡ αὐ­θεν­τι­κὴ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ζω­ὴ δὲν εἶ­ναι κά­ποια πα­θη­τι­κὴ - ψυ­χο­λο­γι­κὴ κα­τά­στα­ση, ἀλ­λὰ πρό­ο­δος πνευ­μα­τι­κὴ καὶ ἀ­γώ­νας γιὰ τὴν ἐρ­γα­σί­α ὅ­λων τῶν ἀ­ρε­τῶν. Ἡ ἄ­σκη­ση συ­νι­στᾶ τὸ ἐμ­πει­ρι­κὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς ὀρ­θό­δο­ξης πνευ­μα­τι­κό­τη­τας. Ἡ ὀρ­θό­δο­ξη πνευ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι ἡ ἴ­δια ἡ ἀ­σκη­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Μὲ τὴν ἐ­λεύ­θε­ρη ἄ­σκη­ση καὶ τὴ χά­ρη τῶν Μυ­στη­ρί­ων ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χει τὴν δυ­να­τό­τη­τα νὰ βρεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ τὸν προ­ο­ρι­σμό του, νὰ γί­νει «εἰ­κό­να» τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Χρι­στι­α­νι­σμὸς ὡς ὀρ­θό­δο­ξο ἦ­θος καὶ δόγ­μα εἶ­ναι ἡ κλή­ση τοῦ ἀν­θρώ­που στὴν ἄ­σκη­ση τῆς ἐν Χρι­στῷ ζω­ῆς, ποὺ ἐκ­φρά­ζε­ται κυ­ρί­ως μὲ τὴν τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ. Μὲ τὴν ἐ­λεύ­θε­ρη ἄ­σκη­ση ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­πι­στρέ­φει στὴν πλη­ρό­τη­τα τῆς θε­αν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς καὶ χά­ρης, στὸ πλή­ρω­μα τῆς θεί­ας ἀ­γά­πης, στὴν εὐ­αγ­γε­λι­κὴ κλή­ση, γε­γο­νὸς ποὺ ἀ­παι­τεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κή μας πλευ­ρὰ αὐ­το­γνω­σί­α καὶ ἐ­πί­γνω­ση...
, ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ εὐ­θύ­νη.

   Ἡ ἄ­σκη­ση ὅ­πως ὁ­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν ἐμ­πει­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, δὲν εἶ­ναι ἕ­να σύ­στη­μα ἀ­πὸ ἀρ­χὲς ἢ ἠ­θι­κὴ φι­λο­σο­φί­α. Μὲ ἐ­πι­μο­νὴ καὶ ὑ­πο­μο­νὴ ὁ ἄν­θρω­πος στρέ­φε­ται πρὸς τὸν Θε­ό, πα­ρὰ τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες τῆς ἐ­πα­να­στα­τη­μέ­νης φύ­σης του, γιὰ νὰ βι­ώ­σει τὴν ἀ­πό­λυ­τη με­τα­βο­λὴ τῆς ὕ­παρ­ξής του μὲ τὴ χά­ρη καὶ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ θε­οῦ. 
   Αὐ­τὸ ἐ­πι­τυγ­χά­νε­ται ὄ­χι μὲ βί­α τῶν «ἠ­θι­κῶν ἀρ­χῶν», ποὺ μὲ ἀ­πρό­σω­πο καὶ δύ­σκαμ­πτο τρό­πο ὁ­δη­γοῦν πολ­λὲς φο­ρὲς στὴν ὑ­πο­κρι­σί­α, στὴ δου­λεία τοῦ κα­θή­κον­τος καὶ στὴν ἀ­το­μι­κὴ ἠ­θι­κή.
   Ὁ ἄν­θρω­πος προ­κει­μέ­νου νὰ ξα­να­βρεῖ μὲ τὴν ἄ­σκη­ση τὸν ἑ­αυ­τὸ του μέ­σα στὸν κό­σμο τοῦ Θε­οῦ, νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σχέ­ση του μὲ τὸν Θε­ὸ δὲν ἀρ­κεῖ νὰ ἐκ­πλη­ρώ­νει ἁ­πλῶς ὁ­ρι­σμέ­να ἠ­θι­κὰ ἀ­ξι­ώ­μα­τα καὶ νὰ συμ­μορ­φώ­νε­ται μὲ ἐ­ξω­τε­ρι­κοὺς ἠ­θι­κοὺς κα­νό­νες. Ἔ­χει ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ τὴν με­τα­μορ­φω­τι­κὴ καὶ ζω­ο­ποι­ὸ δύ­να­μη τῆς θεί­ας χά­ρης, τὴν καρ­πο­φο­ρί­α τῶν χα­ρι­σμά­των τῆς Ἁ­γί­ας Τρι­ά­δας. Μέ­τρο καὶ κρι­τή­ρι­ο τῆς ἄ­σκη­σης δὲν εἶ­ναι ἡ ἀ­το­μι­κὴ δι­ά­θε­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λὰ ἡ θέ­λη­ση καὶ ἡ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, ὅ­πως δι­α­σώ­ζε­ται καὶ ἐκ­φρά­ζε­ται στὴν κα­θο­λι­κὴ ἀ­λή­θει­α καὶ στὴν πνευ­μα­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ πράτ­τει ὡς κα­θο­λι­κὸς ἄν­θρω­πος, ὡς ἄν­θρω­πος ποὺ ἡ ἀ­το­μι­κή του συ­νεί­δη­ση ἔ­χει ἀ­φο­μοι­ω­θεῖ στὴν κα­θο­λι­κὴ συ­νεί­δη­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.  Ἡ ἄ­σκη­ση δὲν ἀ­πο­σκο­πεῖ ἁ­πλὰ στὴν βελ­τί­ω­ση τοῦ χα­ρα­κτή­ρα τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λὰ στὴν προ­σω­πι­κὴ με­το­χὴ στὴ χά­ρη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ στὴν ἔμ­πρα­κτη κοι­νω­νί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
   Ἡ ἄ­σκη­ση εἶ­ναι συ­νυ­φα­σμέ­νη μὲ τὴν ἴ­δια τὴ ζω­ὴ καὶ τὴ ζω­ὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἂν χω­ρί­σου­με τὴ ζω­ὴ ἀ­πὸ τὴν ἄ­σκη­ση, τό­τε ἡ ζω­ὴ ἐκ­πί­πτει σ’ ἕ­να κα­θα­ρὰ βι­ο­λο­γι­κὸ ἢ ἐν­στι­κτῶ­δες ἢ στα­τι­κὸ φαι­νό­με­νο. Ἀλ­λὰ κι ἂν χω­ρί­σου­με  τὴν ἄ­σκη­ση ἀ­πὸ τὴ ζω­ή, τό­τε ἡ ἄ­σκη­ση γί­νε­ται ἕ­νας κα­θα­ρὰ ἀν­τι­κει­με­νι­κὸς καὶ τυ­ραν­νι­κὸς κα­νό­νας. Ἡ ὀρ­θό­δο­ξη χρι­στια­νι­κὴ ἄ­σκη­ση δὲν ἀρ­νεῖ­ται τὴ ζω­ή, ἀλ­λὰ τὴ με­τα­μορ­φώ­νει  καὶ τὴν ὁ­λο­κλη­ρώ­νει μέ­σα στὴ χά­ρη τῆς μυ­στη­ρι­α­κῆς ζω­ῆς τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.
   Στὴν σύγ­χρο­νη ἐ­πο­χὴ τῶν τέ­λει­ων μέ­σων καὶ τῶν συγ­κε­χυ­μέ­νων σκο­πῶν, μέ­σα στοὺς θο­ρύ­βους, στὸν εὐ­δαι­μο­νι­σμὸ καὶ τὴν κρί­ση, ὅ­που ἀ­που­σι­ά­ζει ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ ἡ ἐν Χρι­στῷ ἀ­γά­πη, ἡ χρι­στια­νι­κὴ ἄ­σκη­ση μπο­ρεῖ νὰ ξα­να­δώ­σει νό­η­μα στὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ στὴν ἀ­γά­πη. Ὁ σύγ­χρο­νος ἄν­θρω­πος μὲ τὸν ἐ­γω­ι­σμὸ ποὺ ἀν­τλεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς ἐ­πι­στή­μης καὶ τῆς τε­χνο­λο­γί­ας, ἐγ­κλω­βί­ζε­ται στὸν ἀ­το­μι­κι­σμὸ καὶ τὴ μα­ται­ο­δο­ξί­α του. Οἱ ἀ­νάγ­κες του καὶ τὰ προ­βλή­μα­τα πολ­λα­πλα­σι­ά­ζον­ται σὲ τέ­τοιο ση­μεῖ­ο, ὥ­στε νὰ ὑ­πάρ­χει ὁ­ρα­τὸς κίν­δυ­νος γιὰ τὰ ἀν­θρώ­πι­να ἐ­πι­τεύγ­μα­τα καὶ φό­βος γιὰ τὸ μέλ­λον τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας. Ἡ ἀ­λα­ζο­νεί­α καὶ ἡ φρε­νί­τι­δα χα­ρα­κτη­ρί­ζουν κά­θε πτυ­χὴ καὶ κά­θε δρα­στη­ρι­ό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που σή­με­ρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν συ­νει­δη­το­ποι­εῖ ποιὸς εἶ­ναι καὶ ποῦ πη­γαί­νει. Ἡ σω­τη­ρί­α ἀ­πὸ τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δό τοῦ σύγ­χρο­νου πο­λι­τι­σμοῦ, μπο­ρεῖ νὰ ἔρ­θει ὑ­πὸ τὴν ὀρ­θό­δο­ξη ἄ­σκη­ση μὲ τὴν ὑ­πεύ­θυ­νη καὶ ὥ­ρι­μη στά­ση τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πέ­ναν­τι στὸν πο­λι­τι­σμὸ τοῦ ὑ­πε­ραν­θρώ­που, τῆς ἐκ­με­τάλ­λευ­σης, τῆς ἀ­δι­κί­ας, ποὺ ὑ­πο­δου­λώ­νει τὸν ἄν­θρω­πο στὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τά του.
   Ἡ ἄ­σκη­ση ἀ­πο­τε­λεῖ ἔκ­φρα­ση τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης ἀ­πό­φα­σης καὶ ἐ­κλο­γῆς τοῦ ἀν­θρώ­που νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὴν ὁ­δὸ πρὸς τὴν τε­λει­ό­τη­τα. Μέ­σα στὴν Ἐκ­κλη­σί­α, στὴν ἐν­σω­μά­τω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που στὸ μυ­στι­κὸ καὶ μυ­στη­ρι­α­κὸ σῶ­μα της, δί­νε­ται τὸ μέ­τρο καὶ τε­λει­ώ­νε­ται ὁ σκο­πὸς τῆς ἄ­σκη­σης, ποὺ εἶ­ναι ἡ ἕ­νω­ση τοῦ ἀ­σκού­με­νου πι­στοῦ μὲ τὴν Ἁ­γί­α Τρι­ά­δα ἐν Χρι­στῷ.
   Ἡ ἄ­σκη­ση εἶ­ναι ἀ­γώ­νας ποὺ γί­νε­ται συ­νει­δη­τὰ καὶ ἀ­δι­ά­λει­πτα. Ἂν ἡ ἐ­νέρ­γει­α τῆς χά­ρης δὲν ἔρ­θει μὲ τὰ μυ­στή­ρι­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας νὰ σφρα­γί­σει τὸν πνευ­μα­τι­κὸ ἀ­γώ­να, νὰ τὸν ὑ­ψώ­σει στὴν ἐκ­πλή­ρω­ση τοῦ ἐ­πι­δι­ω­κό­με­νου σκο­ποῦ, δη­λα­δὴ στὴν κοι­νω­νί­α μὲ τὸν Θε­ὸ καὶ τὸν ἁ­γι­α­σμό, τό­τε ὁ ἀ­γώ­νας αὐ­τὸς εἶ­ναι δί­χως ἰ­δι­αί­τε­ρη ση­μα­σί­α. Αὐ­τὸς ὁ ἀ­γώ­νας πα­ρα­μέ­νει στὸ χῶ­ρο τῶν ἀν­θρώ­πι­νων πε­ρι­ο­ρι­σμῶν καὶ δυ­να­το­τή­των, τῶν πό­νων καὶ τῶν κό­πων, γε­γο­νό­τα ποὺ μαρ­τυ­ροῦν τὴν ἀν­θρώ­πι­νη πε­ρι­πέ­τει­α καὶ ἀ­πο­τυ­χί­α. Ἀ­κό­μα κι ἂν ὁ ἄν­θρω­πος θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τορ­θώ­σει τὴ νη­στεί­α, τὴν ἐγ­κρά­τει­α, τὴν ἀ­γρυ­πνί­α καὶ ὅ­λη τὴν ἄ­σκη­ση καὶ κά­θε ἀ­ρε­τή, ἀλ­λὰ ἡ μυ­στι­κὴ ἐ­νέρ­γει­α τοῦ πνεύ­μα­τος στὸ θυ­σι­α­στή­ρι­ο τῆς καρ­διᾶς του δὲν θὰ ἐ­πι­τε­λοῦ­σε αἰ­σθη­τὰ μὲ τὴ χά­ρη τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ἀ­νά­παυ­ση, τό­τε ὅ­λοι αὐ­τὴ ἡ συ­νο­δεί­α τῆς ἄ­σκη­σης  θὰ ἦ­ταν ἀ­τε­λὴς καὶ σχε­δὸν ἀρ­γή, για­τί δὲν ἔ­χει τὴν ἀ­γαλ­λί­α­ση τοῦ πνεύ­μα­τος, ποὺ ἐ­νερ­γεῖ­ται μυ­στι­κὰ στὴν καρ­διά. Εἶ­ναι κα­λὸ πράγ­μα ἡ νη­στεί­α, ἡ ἀ­γρυ­πνί­α, ἡ ἄ­σκη­ση καὶ ἡ ἀ­να­χώ­ρη­ση. Ἀλ­λὰ ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­ναι κά­ποια ἀρ­χὴ καὶ τὸ προ­οί­μι­ο μί­ας πο­λι­τεί­ας ποὺ ἀ­γα­πᾶ­ται ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, ὥ­στε νὰ μὴ θε­ω­ρεῖ­ται ἐμ­φυ­ὲς τὸ νὰ στη­ρι­ζό­μα­στε ἁ­πλῶς σ’ αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα. Θε­με­λι­ώ­δης ἀρ­χὴ τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ εἶ­ναι ὅ­τι,  κι ἂν ἀ­κό­μη κά­ποιος ἐρ­γα­σθεῖ ὅ­λα τὰ ἔρ­γα τῆς δι­και­ο­σύ­νης, δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀρκεῖται  σ’ αὐ­τά, οὔ­τε νὰ ἐλ­πί­ζει οὔ­τε νὰ θε­ω­ρεῖ ὅ­τι ἔ­κα­με κά­τι με­γά­λο. Ὁ δυ­να­μι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας τῆς χρι­στια­νι­κῆς τε­λεί­ω­σης βρί­σκε­ται κυ­ρί­ως στὴν τε­λει­ω­τι­κὴ καὶ θε­ο­ποι­ὸ ἐ­νέρ­γει­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ποὺ ὑ­πη­ρε­τεῖ τὰ ἔρ­γα ἢ τὰ μέ­σα τῆς ἄ­σκη­σης. Τὸ τέ­λος τῆς ἄ­σκη­σης δὲν εἶ­ναι τὸ ἀν­θρώ­πι­νο ἐ­πί­τευγ­μα, ἀλ­λὰ ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ στὴ φυ­σι­κή, ὀρ­γα­νι­κὴ ἀ­να­φο­ρὰ καὶ σχέ­ση μὲ τὸν Θε­ό. Ἡ πρό­σκλη­ση ποὺ ἀ­πευ­θύ­νει ἡ Ἐκ­κλη­σί­α στὴ θύ­ρα τῆς Με­γά­λης Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς, ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­νει τὴν ὀρ­θό­δο­ξη θε­ο­λο­γί­α καὶ τὸ σκο­πὸ τῆς ἄ­σκη­σης: «τὸν τῆς νη­στεί­ας και­ρόν, φαι­δρῶς ἀ­παρ­ξώ­με­θα, πρὸς ἀ­γώ­νας πνευ­μα­τι­κοὺς ἑ­αυ­τοὺς ὑ­πο­βάλ­λον­τες/ἁγνί­σω­μεν τὴν ψυ­χήν, τὴν σάρ­κα κα­θά­ρω­μεν/ νη­στεύ­σω­μεν ὥ­σπερ ἐν τοῖς βρώ­μα­σιν ἐκ παν­τὸς πά­θους, τὰς ἀ­ρε­τὰς τρυ­φῶν­τες  τοῦ πνεύ­μα­τος/ ἐν αἷς δι­α­τε­λοῦν­τες πό­θω, ἀ­ξι­ω­θεί­η­μεν πάν­τες, κα­τι­δεῖν τὸ πάν­σε­πτον  πά­θος τοῦ Χρι­στοῦ τοῦ Θε­οῦ, καὶ τὸ Ἅ­γι­ον Πά­σχα, πνευ­μα­τι­κῶς ἀ­γαλ­λι­ώ­με­νοι». (Κα­τα­νυ­κτι­κὸ στι­χη­ρὸ ἑ­σπε­ρι­νοῦ Κυ­ρι­α­κῆς τῆς Τυ­ρινῆς ).
   Ἡ ἄ­σκη­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δὲν ἐ­πι­δι­ώ­κει τὴν τι­μω­ρί­α καὶ τὸν βα­σα­νι­σμό, δὲν ἀ­περ­γά­ζε­ται τὴν ἄρ­νη­ση καὶ τὴν κα­τά­λυ­ση τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης, ἀλ­λὰ τὴ θε­ρα­πεί­α καὶ τὴν κά­θαρ­σή της, τὴν ἀ­πο­δέ­σμευ­ση καὶ τὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σή της, ἀ­πὸ κά­θε πρᾶγ­μα ποὺ ἐμ­πο­δί­ζει τὴν ἀ­λη­θι­νὴ ζω­ή, ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ τὰ πά­θη. Εἶ­ναι ὁ προ­σα­να­το­λι­σμὸς τῆς ζω­ῆς, ποὺ ἀ­παι­τεῖ δι­αρ­κῆ ἀ­πάρ­νη­ση καὶ συ­νε­χῆ ὑ­πέρ­βα­ση, ὁ εὐ­αγ­γε­λι­κὸς δρό­μος τῆς με­τα­μόρ­φω­σης καὶ ἀ­πο­κα­τά­στα­σης τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης. Εἶ­ναι ἡ πο­ρεί­α μα­ζὶ μὲ τὸν Χρι­στό, γιὰ νὰ ἀ­πο­κτή­σει τὶς ἀ­ρε­τές, νὰ οἰ­κει­ω­θεῖ τὶς με­γά­λες δω­ρε­ὲς τοῦ Θε­οῦ, νὰ γί­νει τὸ ἄ­φθαρ­το δο­χεῖ­ο τῶν πνευ­μα­τι­κῶν χα­ρι­σμά­των, νὰ πλη­ρω­θεῖ μὲ τὸ Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα.
   Ἡ ἄ­σκη­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας εἶ­ναι μαρ­τυ­ρι­κή, ἀλ­λὰ καὶ χα­ρο­ποι­ὸς πο­ρεί­α τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας τοῦ πι­στοῦ μέ­σα στὴν ἐ­σχα­το­λο­γι­κὴ πλη­ρό­τη­τα τῆς χά­ρης, μὲ τὴν ὁ­ποί­α δη­μι­ουρ­γεῖ πραγ­μα­τι­κὲς σχέ­σεις μὲ τὸν Θε­ό. Ἡ ἄ­σκη­ση κα­τα­ξι­ώ­νε­ται καὶ κο­ρυ­φώ­νε­ται στὴν ἀ­γά­πη πρὸς τὸν Θε­ό. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­γα­πη­τι­κὴ ἕ­νω­ση μὲ τὸν Θε­ὸ ση­μαί­νε­ται μὲ τὴν ἀ­γά­πη πρὸς τὸν ἄν­θρω­πο. Ἡ ἀ­γά­πη πρὸς τὸν Θε­ὸ  καὶ ἡ ἀ­γά­πη πρὸς τὸν ἄν­θρω­πο ἀλ­λη­λο­πε­ρι­χω­ροῦν­ται  καὶ συ­νι­στοῦν ταυ­τό­χρο­να ἀ­νο­δι­κὴ καὶ κα­θο­δι­κὴ κί­νη­ση. Οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας συμ­φω­νοῦν ὅ­τι ἡ ἀ­λη­θι­νὴ ἄ­σκη­ση δὲν ἀλ­λο­τρι­ώ­νει καὶ δὲν ὁ­δη­γεῖ στὴν ἀ­πο­μό­νω­ση, για­τί ἔρ­γο της δὲν εἶ­ναι μό­νο νὰ ἑ­νώ­νει τὸν ἄν­θρω­πο μὲ τὸν Τρι­α­δι­κὸ Θε­ό, ἀλ­λὰ καὶ νὰ κα­ταλ­λάσ­σει καὶ νὰ ἑ­νώ­νει τοὺς ἀν­θρώ­πους με­τα­ξύ τους. Σκο­πὸς τῆς ἄ­σκη­σης εἶ­ναι νὰ ὑ­περ­βοῦ­με τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τοῦ ἀ­το­μι­σμοῦ καὶ τὰ ὅ­ρι­α τῆς μο­να­ξιᾶς, τὴν ἀ­το­μι­κὴ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ αὐ­θαι­ρε­σί­α καὶ νὰ φθά­σου­με στὸ ἐ­πί­πε­δο, ὅ­που ὁ ἄν­θρω­πος δὲν κά­νει θε­ω­ρί­ες, ἀλ­λὰ με­τα­βάλ­λε­ται καὶ γί­νε­ται ἡ πρά­ξη τῆς εὐ­αγ­γε­λι­κῆς ἀ­γά­πης. Αὐ­τὸς ὁ ὀ­ξυ­δερ­κὴς ρε­α­λι­σμὸς τῆς ἄ­σκη­σης μαρ­τυ­ρεῖ ὅ­τι κα­μί­α ἄ­σκη­ση χω­ρὶς τὴν ἀ­γά­πη δὲ φέρ­νει κον­τὰ στὸν Θε­ό. Θὰ κρι­θοῦ­με γιὰ τὸ κα­κὸ ποὺ κά­να­με, ἀλ­λὰ προ­παν­τὸς, για­τί ἀ­με­λή­σα­με τὸ κα­λὸ καὶ δὲν ἀ­γα­πή­σα­με τὸν πλη­σί­ον μας.
   Κά­θε ἄ­σκη­ση εἶ­ναι προ­ε­τοι­μα­σί­α τῆς κα­τὰ Θε­ὸν ἀ­γά­πης καὶ αὐ­τὴ ἡ ἀ­γά­πη εἶ­ναι τὸ κί­νη­τρο καὶ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς ἀ­λη­θι­νῆς ἄ­σκη­σης, ὅ­πως τὴ συ­ναν­τᾶ­με στοὺς βί­ους τῶν Ἁ­γί­ων καὶ τῶν με­γά­λων ἐ­ρη­μι­τῶν καὶ ἀ­να­χω­ρη­τῶν. Ο Μ. Βα­σί­λει­ος δι­δά­σκει κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὰ ὅ­τι, κι ὅ­ταν ἀ­κό­μα τη­ροῦν­ται τὰ προ­στάγ­μα­τα καὶ οἱ ἀ­παι­τή­σεις καὶ φυ­λάσ­σον­ται οἱ ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ καὶ ἐ­νερ­γο­ποι­οῦν­ται τὰ με­γά­λα χα­ρί­σμα­τα, χω­ρὶς τὴν ἀ­γά­πη, ὅ­λα αὐ­τὰ λο­γί­ζον­ται ὡς ἔρ­γα ἀ­νο­μί­ας. Για­τί προ­σπα­θοῦ­με νὰ δι­α­στρέ­ψου­με τὸ νό­η­μα καὶ τὸ σκο­πό τους καὶ νὰ τὰ ταυ­τί­σου­με μὲ τὴν ἀ­το­μι­κή μας θέ­λη­ση καὶ τὴν ἰ­δι­ο­τέ­λει­α, ἀλ­λο­τρι­ώ­νον­τὰς τα ἀ­πὸ τὴν μο­να­δι­κό­τη­τα καὶ τὴ τε­λεί­ω­σή τους, ὅ­πως ἐκ­φρά­ζε­ται στὴν ἀ­γά­πη γιὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους, ἀ­πὸ τὴν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή τους δι­ά­στα­ση καὶ προ­ο­πτι­κή. (PG. 31,1568B).
   Στὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη δὲν κα­τα­πι­έ­ζε­ται τὸ σῶ­μα τοῦ ἀν­θρώ­που, ποὺ εἶ­ναι «εἰς δό­ξαν καὶ εὐ­χα­ρι­στί­αν Θε­οῦ». Ὁ ἄν­θρω­πος κα­λεῖ­ται νὰ ἀ­παρ­νη­θεῖ ὄ­χι τὸ σῶ­μα, ἀλ­λὰ τὸ «ἐν σαρ­κὶ πε­ρι­πα­τεῖν καὶ ζῆν καὶ ἐρ­γά­ζε­σθαι τὰ ἔρ­γα τῆς σαρ­κός», ποὺ εἶ­ναι ση­μεῖ­α θα­νά­του, για­τί ἐκ­φρά­ζουν τὴν ἀλ­λο­τρί­ω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Ἡ ὀρ­θό­δο­ξη ἄ­σκη­ση δὲν σχε­τί­ζε­ται μὲ τὴν πλα­τω­νι­κὴ  ἢ μα­νι­χα­ϊ­κὴ πε­ρι­φρό­νη­ση τοῦ σώ­μα­τος. Ἡ ἄ­σκη­ση ἔ­χει ἄ­με­ση ἀ­να­φο­ρὰ στὸ ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα, ἀ­πο­βλέ­πει στὴ συμ­με­το­χὴ τοῦ σώ­μα­τος, στὴν ἄ­σκη­ση τοῦ πνεύ­μα­τος, γιὰ νὰ γί­νει ἁ­γνὴ « ἁ­γνὴ ἡ γῆ τοῦ σώ­μα­τος». Ἡ σω­μα­τι­κὴ ἄ­σκη­ση ὁ­ρί­ζει καὶ ἐκ­φρά­ζει τὴν ἄ­με­ση καὶ ἔμ­πρα­κτη ὑ­πο­τα­γὴ τοῦ σώ­μα­τος στὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, τὸν πε­ρι­ο­ρι­σμὸ τῆς ἐ­πα­να­στα­τη­μέ­νης φυ­σι­κῆς ἐ­πι­θυ­μί­ας, μί­α φά­ση τῆς κα­θο­λι­κῆς με­το­χῆς τοῦ ἀν­θρώ­που στὴν και­νὴ ζω­ὴ ἐν Χρι­στῷ. Σκο­πὸς τῆς σω­μα­τι­κῆς ἄ­σκη­σης εἶ­ναι νὰ κα­τα­στεί­λει τὴν ἀν­ταρ­σί­α τοῦ σώ­μα­τος, νὰ ὑ­ψώ­σει ἀ­πὸ τὴν πτώ­ση καὶ τὴν ἀλ­λο­τρί­ω­σή του καὶ νὰ τὸ κά­νει συ­νερ­γὸ στὴν κα­τὰ χά­ρη με­τα­μόρ­φω­ση καὶ θέ­ω­σή του. Νὰ βο­η­θή­σει τὸ σῶ­μα νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θεῖ στὴ θεί­α κλή­ση καὶ νὰ φα­νε­ρω­θεῖ οἶ­κος τῆς δό­ξας τοῦ Θε­οῦ καὶ να­ὸς τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Τὸ ὀρ­θό­δο­ξο νό­η­μα τῆς σω­μα­τι­κῆς ἄ­σκη­σης συ­νο­ψί­ζει ὁ ἀ­σκη­τι­κὸς λό­γος: «ἡ­μεῖς οὐκ ἐ­δι­δά­χθη­μεν σω­μα­το­κτό­νοι, ἀλ­λὰ πα­θο­κτό­νοι» (Ἀβ­βὰς Ποι­μήν, Γε­ρον­τι­κόν).
   Ἡ νη­στεί­α εἶ­ναι μί­α ἀ­πὸ τὶς κλα­σι­κὲς μορ­φὲς τῆς ἄ­σκη­σης καὶ ἡ κύ­ρι­α ἔκ­φρα­ση τῆς σω­μα­τι­κῆς ἄ­σκη­σης. Σκο­πὸς τῆς νη­στεί­ας εἶ­ναι ἡ ἔμ­πρα­κτη ἄρ­νη­ση τοῦ σώ­μα­τος νὰ ἀ­πο­τε­λεῖ αὐ­το­σκο­πό, αὐ­τὸ καὶ οἱ ἐ­πι­θυ­μί­ες του, ἡ ἄ­με­ση σχέ­ση τοῦ σώ­μα­τος μὲ τὸν Θε­ό, ἡ με­το­χή του στὴν κα­θο­λι­κὴ ὑ­πα­κο­ὴ τοῦ ἀν­θρώ­που στὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, ἡ προ­σω­πι­κὴ ἀ­να­φο­ρὰ τῆς προ­σπά­θει­ας τοῦ ἀν­θρώ­που γιὰ τὴν ἄ­με­ση ὑ­πο­τα­γή της στὸν Θε­ό.  Ἡ νη­στεί­α, ποὺ γί­νε­ται μὲ δι­ά­κρι­ση, εἶ­ναι θαυ­μά­σι­α οἰ­κο­δο­μὴ σὲ κά­θε ἀ­γα­θό. Ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἀ­δι­α­φο­ρεῖ γι’ αὐ­τὴν εἶ­ναι νω­θρὸς καὶ στὰ ἄλ­λα ἀ­γω­νί­σμα­τα καὶ ἀ­με­λής. Ἀν­τί­θε­τα, ἐ­κεῖ­νος, ποὺ ἀ­σκεῖ­ται δι­αρ­κῶς σ’ αὐ­τήν, ἀ­πο­κτᾶ ἀ­σά­λευ­τη δι­ά­νοι­α, ἕ­τοι­μη γιὰ ἀ­πάν­τη­ση καὶ ἱ­κα­νὴ γιὰ τὴν ἀ­πο­τρο­πὴ ὅ­λων τῶν δυ­σχε­ρῶν πα­θῶν.
   Σή­με­ρα ἡ νη­στεί­α θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἄρ­νη­ση τοῦ πε­ριτ­τοῦ, τῆς πλη­σμο­νῆς καὶ τῆς σπα­τά­λης τῶν κα­τα­να­λω­τι­κῶν ἀ­γα­θῶν. Εἶ­ναι τὸ ἀν­τί­θε­το της γα­στρι­μαρ­γί­ας καὶ τῆς μέ­θης, ποὺ ἀ­πο­βλέ­πουν στὴν ἀ­πο­λυ­το­ποί­η­ση τῆς φύ­σης καὶ στὴν ἀλ­λο­τρί­ω­σή της μέ­σα στὴν αἰ­σθη­σι­α­κὴ ἡ­δο­νὴ καὶ στὸ φρό­νη­μα τῆς σάρ­κας. Ἔ­τσι ἡ νη­στεί­α γί­νε­ται εὐ­ερ­γε­σί­α καὶ με­τά­δο­ση ἀ­γά­πης.

Περ. «Ἅγιος Σε­ρα­φείμ»  http://enromiosini.gr/5AD07F19.el.aspx

Βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος δεν συγχωρείται…


pantokratoras10

Καθώς και αυτός οπού λέει ότι δεν μπορεί κάποιος στην παρούσα γενιά να γίνει μέτοχος του Αγίου Πνεύματος, αλλά και αυτός που δυσφημεί τις ενέργειες του Πνεύματος και τις αποδίδει στο αντίθετο πνεύμα, εισάγει νέα αίρεση στην Εκκλησία του Θεού.
Αγαπητοί μου αδελφοί το ιερότατο απόφθεγμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού λέει, ότι «Κάθε αμαρτία και βλασφημία θα συγχωρηθεί στους ανθρώπους, όποιος όμως βλασφημήσει κατά του Αγίου Πνεύματος, δεν θα συγχωρηθεί ούτε στον παρόντα αιώνα ούτε στον μέλλοντα».
Ας εξετάσουμε λοιπόν ποια είναι η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος. Βλασφημία λοιπόν κατά του Αγίου Πνεύματος είναι το να αποδίδουμε τις ενέργειές του στο αντίθετο Πνεύμα, καθώς αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος.
Πώς όμως το κάνει κάποιος αυτό; Όταν ή ενώ γίνονται θαύματα δια του Αγίου Πνεύματος, ή ενώ βλέπει κάποιο άλλο θείο χάρισμα σε έναν από τους αδελφούς του -εννοώ δηλαδή, κατάνυξη, δάκρυα, ταπείνωση, θεία γνώση, λόφο της άνωθεν σοφίας ή κάποιο άλλο που χαρίζεται από το Άγιο Πνεύμα σε όσους αγαπούν τον Θεό- ισχυρίζεται ότι αυτό προέρχεται από απάτη του διαβόλου.
Αλλά και όποιος λέει ότι ότι πλανώνται από τους δαίμονες όσοι οδηγούνται από το θείο Πνεύμα ως υιοί του Θεού, και πράττουν τις εντολές του πατέρα τους και Θεού, και αυτός βλασφημεί το Άγιο Πνεύμα που ενεργεί σε αυτούς, όπως ακριβώς δηλαδή έπραξαν κάποτε και οι Ιουδαίοι στον Υιό του Θεού.
Εκείνοι έβλεπαν δαίμονες να διώχνονται από τον Χριστό, και βλασφημούσαν κατά του Αγίου Πνεύματος κι έλεγαν οι αναιδείς με αναίδεια: «Δια του Βεελζεβούλ του άρχοντα των δαιμονίων, βγάζει τα δαιμόνια».
Αλλά μερικοί ενώ τα ακούνε αυτά, δεν τα ακούνε, και ενώ τα βλέπουν, και όλα τα έργα που αναφέρει η θεία Γραφή ότι γίνονται από το Άγιο Πνεύμα και από θεία ενέργεια- σαν να έχασαν τα λογικά τους και απέρριψαν όλη τη θεία Γραφή από την ψυχή τους και απέβαλαν τη γνώση της διανοίας τους που προέρχεται από αυτή- δεν φρίττουν να λένε ότι γίνονται από μέθη και δαιμονική ενέργεια.
Όπως λοιπόν οι άπιστοι και τελείως αμύητοι στα θεία μυστήρια, κι αν ακόμη ακούσουν περί θείας έλλαμψης, κι αν περί φωτισμού της ψυχής και του νου, κι αν περί θεωρίας και απαθείας, κι αν περί ταπείνωσης και δακρύων που ρέουν με την ενέργεια και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, αμέσως, σαν να μην μπορούν να αντέξουν την υπερβολική αίγλη και δύναμη των λόγων, επειδή μάλλον σκοτίζονται, παρά φωτίζονται τα μάτια της καρδιάς, αποφαίνονται με θράσος ότι αυτά προέρχονται από την πλάνη των δαιμόνων.
Και δεν φρίττουν ούτε με την κρίση του Θεού, ούτε για την βλάβη που προκαλούν σε όσους την ακούν, αλλά οι θρασείς σε όλους με αναίδεια διακηρύσσουν ότι τίποτε τέτοιο δεν γίνεται από τον Θεό σε κανέναν από τους πιστούς.
Αυτό είναι ασέβεια μάλλον παρά αίρεση.
Αίρεση είναι μεν το να παρεκκλίνει ένας σε κάποιο από τα υπάρχοντα δόγματά μας σχετικά με την ορθή πίστη μας, το να λέει όμως ότι στα τελευταία χρόνια δεν υπάρχουν αυτοί που αγαπούν τον Θεό, ούτε αξιώνονται να λάβουν το Άγιο Πνεύμα και να βαπτιστούν από αυτό ως υιοί του Θεού, ώστε να γίνουν θεοί με γνώση και εμπειρία και θεωρία, ανατρέπει ολόκληρη την οικονομία του Θεού και σωτήρα μας Ιησού Χριστού, και αρνείται φανερά την ανακαίνιση και ανάκληση της φθαρμένης και θανατωμένης εικόνας, που πλάστηκε για να μείνει άφθαρτη και να κληθεί στην αθανασία.
Και όπως δεν είναι ποτέ δυνατόν να σωθεί εκείνος που δεν βαπτίσθηκε δι΄ύδατος και Πνεύματος, έτσι ούτε αυτός που μετά το βάπτισμα αμάρτησε, αν δεν βαπτισθεί άνωθεν και δεν αναγεννηθεί, καθώς ο Κύριος βεβαιώνοντας αυτό, είπε στον Νικόδημο: «Εάν δεν γεννηθεί κανείς άνωθεν, δεν θα εισέλθει στην βασιλεία των ουρανών» και προς τους αποστόλους πάλι: «ο Ιωάννης βάπτισε με νερό εσείς όμως θα βαπτισθείτε με το Άγιο Πνεύμα».
Αυτός λοιπόν που αγνοεί και το βάπτισμα που έλαβε σε νηπιακή ηλικία μέσα στο νερό, και δεν γνωρίζει καν ότι βαπτίσθηκε, αλλά δέχθηκε με το βάπτισμα με την πίστη μόνο και το αποδυνάμωσε με μύριες αμαρτίες, και αρνείται το δεύτερο- εννοώ αυτό που δίνεται άνωθεν από το Πνεύμα με την φιλανθρωπία του Θεού σε όσους το ζητούν με μετάνοια-, με ποιόν άλλον τρόπο θα μπορέσει ποτέ να σωθεί; Με κανέναν.
Για αυτό σας λέγω, και δεν θα πάψω να λέγω: «Όσοι μολύνατε το πρώτο βάπτισμα με την παράβαση των εντολών του Θεού, να μιμηθείτε την μετάνοια του Δαυίδ και των άλλων αγίων, και με κάθε προσπάθεια με ποικίλα έργα και λόγια να επιδείξετε άξια μετάνοια, ώστε να προσελκύσετε πάνω σας την χάρη του Πνεύματος».
Διότι αυτό το Πνεύμα, αφού κατέλθει πάνω σας, θα γίνει για σας κολυμπήθρα φωτόμορφη, και αφού αγκαλιάσει όλους σας με ανείπωτο τρόπο, θα σας αναγεννήσει και θα σας καταστήσει, από φθαρτούς, άφθαρτους και από θνητούς αθάνατους, και από παιδιά ανθρώπων υιούς του Θεού και θεούς δια της υιοθεσίας και της χάριτος- αν βέβαια και θέλετε να αναδειχθείτε συγγενείς και συγκληρονόμοι των αγίων, και να εισέλθετε στη βασιλεία των ουρανών μαζί με όλους αυτούς.
Όσα θαυμάσια του Θεού είδα, και γνώρισα έμπρακτα και με την πείρα, τα διακηρύσσω ως ευρισκόμενος ενώπιον του Θεού και φωνάζω με δυνατή φωνή: «Τρέξτε όλοι πριν κλειστεί για σας με το θάνατο η θύρα της μετανοίας. Τρέξτε για να προλάβετε πριν από το θάνατο. Βιαστείτε, για να λάβετε. Κτυπήστε ώστε, πριν πεθάνετε, να σας ανοίξει ο Δεσπότης τις πύλες του Παραδείσου και να σας εμφανιστεί. Βιαστείτε να αποκτήσετε μέσα σας συνειδητά τη βασιλεία των ουρανών, η οποία είναι το Άγιο Πνεύμα, και να μη φύγετε από δω χωρίς αυτήν, και μάλιστα, όσοι φαντάζεστε ότι την έχετε μέσα σας χωρίς να το γνωρίζετε, ενώ δεν έχετε τίποτα εξαιτίας της υπερηφάνειας σας».
Πώς λοιπόν, πες μου σε παρακαλώ, μπορεί να δει τον Πατέρα του Χριστού αυτός που δεν απέκτησε νου Χριστού; Διότι λέει: «Εμείς έχουμε νου Χριστού, και με τούτο ξέρουμε ότι ο χριστός είναι μέσα μας, από το Πνεύμα το οποίο μας έδωσε. Διότι δεν λάβαμε πνεύμα δουλείας που φέρει πάλι την κατάσταση του φόβου, αλλά πνεύμα υιοθεσίας, δια του οποίου φωνάζουμε αββά, Πατέρα», και «ο Θεός που είπε να λάμψει φως από το σκοτάδι, αυτός έλαμψε μέσα μας».
Και πάλι «Αν ζητάτε απόδειξη για τον Χριστό ο οποίος μιλά δι’ εμού» διότι όπως η γυναίκα δεν χρειάζεται να πληροφορηθεί από άλλον ότι συνέλαβε στην κοιλιά της, αλλά αυτή η ίδια μέσα της αντιλαμβάνεται από το σταμάτημα των αιμάτων, από τα σκιρτήματα του βρέφους εντός της και από την ανορεξία για πολλές τροφές, ότι έχει συλλάβει, έτσι και η ψυχή, όταν ο Χριστός δια του Αγίου Πνεύματος κατοικήσει μέσα της, δεν χρειάζεται να το πληροφορηθεί από άλλον.
Η ίδια βλέπει ευθύς να σταματούν τα ακάθαρτα αίματα των συνηθισμένων της παθών και να κόβεται η όρεξη για πολλές τροφές και να μισεί υπερβολικά κάθε ηδονή. Τότε και αυτή που έγινε πνευματοφόρος, μαζί με τον προφήτη λέει στον Θεό: «Για τον φόβο σου Κύριε, συνελάβαμε και νιώσαμε τους πόνους του τοκετού και γεννήσαμε πνεύμα σωτηρίας σου πάνω στη γη». Αυτός όμως που δεν βλέπει μέσα του τον Χριστό να λαλεί, δια μέσου ποιού ή πως θα πει «Αββά ο Πατήρ»; Και αυτός που δεν απέκτησε ενσυνείδητα μέσα του την βασιλεία των ουρανών, πως θα εισέλθει σε αυτήν μετά τον θάνατο;
Αυτός που δεν βλέπει να μένει μέσα του δια του Πνεύματος ο Υιός μαζί με τον Πατέρα, πως είναι δυνατόν στον μέλλοντα αιώνα να βρεθεί μαζί τους, καθώς ο Κύριος είπε: «Πατέρα , θέλω όπου είμαι εγώ, να είναι μαζί μου και εκείνοι που μου έδωσες», και πάλι «Δεν παρακαλώ μόνο για αυτούς αλλά και για εκείνους που θα πιστέψουν με το κήρυγμά τους σε μένα, για να είναι όλοι ένα, καθώς εσύ Πατέρα είσαι ενωμένος με εμένα κι εγώ με σένα, να είναι ενωμένοι και εκείνοι με εμάς. Κι εγώ τους έδωσα τη δόξα που μου έδωσες, για να είναι ένα μεταξύ τους, όπως είμαστε εμείς ένα. Εγώ ενωμένος μαζί τους και εσύ ενωμένος μαζί μου, ώστε να αποτελούν μια τέλεια ενότητα, κι έτσι ο κόσμος να καταλαβαίνει ότι με έστειλες εσύ και τους αγάπησες όπως αγάπησες εμένα».
Απαντήστε μου, παρακαλώ στην ερώτηση: «Τι λοιπόν, ο Πατήρ αγαπά τον Υιό χωρίς να τον γνωρίζει και να τον βλέπει;» Ασφαλώς θα απαντούσατε «Όχι».
Γιατί αν παραδεχθούμε αυτό και δογματίσουμε ότι ο πατέρας και ο υιός δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, η πίστη μας εξαφανίζεται και χάνεται. Και αν εκείνοι δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, τότε είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε ότι κι εμείς δεν τους γνωρίζουμε καθόλου.
Αν συμβαίνει αυτό, τότε είμαστε άθεοι μη έχοντας γνώση. Εάν όμως- καθώς εκείνος λέει- «γνωρίζει ο Πατέρας τον υιό και ο Υιός γνωρίζει τον Πατέρα» και ως Θεός συνυπάρχει με τον Θεό και Πατέρα, και ο Πατέρας ομοίως συνυπάρχει με τον Υιό, όπως όταν λέει: «Όπως εσύ Πατέρα είσαι ενωμένος με εμένα και εγώ με εσένα, έτσι και αυτοί να μείνουν ενωμένοι μαζί μου και εγώ μαζί τους» δηλώνει ότι στη μεταξύ τους ένωση είναι καθ΄ όλα ίσοι.
Με την διαφορά ότι η μεν ένωση του Υιού με τον πατέρα είναι φυσική και συνάναρχη, ενώ η δική μας ένωση με τον Υιό γίνεται δια της υιοθεσίας και της χάριτος, όμως όλοι είμαστε ενωμένοι με τον Θεό και αχώριστοι επί το αυτό, καθώς ο ίδιος πάλι λέει: «Εγώ ενωμένος μαζί τους και εσύ ενωμένος μαζί μου, ώστε να αποτελούν μια τέλεια ενότητα» διατί; «για να γνωρίζει ο κόσμος ότι συ με έστειλες και ότι τους αγάπησα καθώς εσύ αγάπησες εμένα» και ο Παύλος λέει: «Τώρα δεν υπάρχει πια Έλληνας και Ιουδαίος, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά ο Χριστός είναι τα πάντα και εις πάντας».
Αυτά λοιπόν να τα ακούσετε όσοι νομίζετε ότι είστε πνευματικοί, και να πιστεύετε σε εκείνον που τα λέει, και εμένα που σας μιλώ με τα λόγια της χάριτος και τις δωρεές τις οποίες λαμβάνουν από τον Θεό όσοι με πίστη θερμή προστρέχουν σε αυτόν και πράττουν τις εντολές του, να με απαλλάξετε από κάθε κατηγορία. «Εάν όμως», λέει, «δεν υπάρχει τέτοιος άνθρωπος στους σημερινούς καιρούς, τι απαντάς;»
Γιατί δεν υπάρχει, πες μου; «Διότι», λέει «και να θέλει κάποιος δεν μπορεί να γίνει τέτοιος στους σημερινούς καιρούς, αλλά και εκείνος που δεν θέλει, δεν μπορεί να γίνει».
Εάν λοιπόν ισχυρίζεται ότι και αν θέλει δεν μπορεί, τότε που θα αποδώσουμε το «Όσοι όμως τον δέχτηκαν, τους έδωσε την εξουσία να γίνουν υιοί του Θεού» και το «Εγώ είπα, είσαστε θεοί και υιοί του Υψίστου όλοι σας» και το «Να γίνεσθε άγιοι, διότι εγώ είμαι άγιος».
Εάν όμως αυτός που δεν θέλει δεν γίνεται, βλέπε ότι συ καταδίκασες τον εαυτό σου, με το να μην θέλεις και να μην έχεις την προαίρεση να γίνεις. Γιατί αν θέλεις, μπορείς να γίνεις.
Κι αν εσύ δεν συγκαταλέγεσαι στους αγίους, όμως υπάρχουν πάρα πολλοί, Θεού θέλοντος, τους οποίους εσύ δεν γνωρίζεις. Γιατί αν στην εποχή του Ηλία ο Θεός είχε επτά χιλιάδες που δεν προσκύνησαν τον Βάαλ, πολύ περισσότερο τώρα, που σκόρπισε πλουσιοπάροχα πάνω μας το Άγιο Πνεύμα του. Αν κάποιος δεν πετάξει από πάνω του, όλα όσα τον εμποδίζουν να εισέλθει στην βασιλεία των ουρανών και δεν προσέλθει γυμνός και δεν ζητήσει να λάβει, η αιτία έγκειται σε αυτόν που δεν θέλει κι όχι στον Θεό.
Διότι όπως ακριβώς η φωτιά με σφοδρότητα και φυσιολογικά πλησιάζει τα ξύλα και τα ανάβει, με τον ίδιο τρόπο και η χάρις του παναγίου και προσκυνητού Πνεύματος, ζητεί να αγγίξει τις ψυχές μας για να φωτίσει όσους βρίσκονται στον κόσμο και, δια μέσου των φωτιζόμενων, να κατευθύνει τα βήματα των πολλών, ώστε προχωρώντας και αυτοί καλά να πλησιάσουν στη φωτιά, και ένας ένας ή όλοι μαζί, εάν είναι δυνατόν, να ανάψουν μαζί και να λάμψουν ως θεοί ανάμεσά μας, για να ευλογείται και πληθύνεται το σπέρμα του Θεού του Ιακώβ και πάντα να υπάρχει ο θεοειδής άνθρωπος που θα λάμπει ως φως επάνω στη γη.
Γι΄ αυτό λοιπόν, όπως βλέπετε, φωνάζω προς εσάς, χρησιμοποιώντας τα προφητικά λόγια: «Προσέλθετε προς αυτόν και φωτισθείτε και τα πρόσωπα των συνειδήσεων σας, δεν θα καταισχυνθούν».
Γιατί αφού παραδώσατε τους εαυτούς σας στην ραθυμία και στην αμέλεια και στις επιθυμίες και ηδονές της σάρκας, ισχυρίζεστε ότι σας είναι αδύνατον να καθαρισθείτε με την μετάνοια και να προσεγγίσετε τον Θεό; Και όχι μόνον αυτό, αλλά και ότι τάχα δεν είναι δυνατόν να λάβετε τη χάρη του Πνεύματος του, και με αυτή να αναγεννηθείτε και να υιοθετηθείτε και να ομοιωθείτε με αυτόν; Δεν είναι αυτό αδύνατον, δεν είναι!
Ήταν βέβαια αδύνατον, πριν από την παρουσία του πάνω στη γη από τότε όμως που ευδόκησε να γίνει άνθρωπος και να εξομοιωθεί μαζί μας κατά πάντα εκτός της αμαρτίας ο δεσπότης των όλων Θεός τα έκανε αυτά δυνατά και εύκολα για μας, δίνοντας μας την εξουσία να γίνουμε παιδιά Θεού και συγκληρονόμοι του.

Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος

[Γέροντας Νεκτάριος Βιτάλης] «Κάποια μέρα του καλοκαιριού θα ακούσουμε ότι η Ελλάδα κήρυξε Πτώχευση»

«Κάποια μέρα του καλοκαιριού θα ξυπνήσουμε και θα ακούσουμε από το ραδιόφωνο και την τηλεόραση ότι η Ελλάδα κήρυξε Πτώχευση. Τότε οι οποιεσδήποτε καταθέσεις στις τράπεζες, θα παρακρατηθούν για να πληρωθούν τα χρέη. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, αρχίζουν τα χειρότερα στην Ελλάδα»..... 

ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΔΥΣΚΟΛΟΙ ΚΑΙΡΟΙ... ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΙΛΑΡΙΩΝΑ ΑΡΓΚΑΤΟΥ





Έρχονται δύσκολοι καιροί επειδή λιγόστεψε ή πίστη. Εξ' αιτίας της φτώχειας, οι άνθρωποι θα πουλήσουν την ψυχή τους για τροφή και ρούχα. Ό κόσμος θα γίνει κακός, θα εξαφανιστεί ή αγάπη και το έλεος μεταξύ των ανθρώπων. Ιερείς και λαϊκοί θα γίνουν ένα και δεν θα υπάρχει κάποιος να καθοδηγήσει τούς πιστούς. Οι πιστοί δεν θα μπορούν να βρουν τον ποιμένα, ούτε και τον σωστό δρόμο. Θα κυβερνάει το χρήμα και ή επιθυμία να κάνουν περιουσίες.


Κανείς δεν θα φροντίζει για τις ψυχές των ανθρώπων. Όλα θα περιοριστούν σε μία απλή συναλλαγή. Όλοι θα αδιαφορούν για την σωτηρία τους, για την πίστη, δεν θα έχουν φόβο Θεού, το καθήκον, ή υποχρέωση, ή ευθύνη θα είναι άγνωστες έννοιες. Όλα θα περιστρέφονται γύρω από το χρήμα.


Ό ένας θα πουλάει τον άλλον, ή κακία στον κόσμο θα είναι ανυπόφορη. Θα ζήσουμε τούς έσχατους καιρούς. Δεν μπορούμε να φανταστούμε πόσο δύσκολα θα είναι. Δεν μπορούμε να φανταστούμε τί περιμένει εμάς και τα παιδιά μας.


Τα παιδιά μας σε αυτούς τούς δύσκολους καιρούς θα είναι ανέτοιμα να αντιμετωπίσουν τις καταστάσεις, επειδή οι γονείς σήμερα δεν διδάσκουν στα παιδιά τον φόβο τού Θεού και την ντροπή προς τούς ανθρώπους. Γι' αυτόν τον λόγο θα πέσουν θύματα πολλών κακών.

 Μητέρες μην αφήσετε τα παιδιά σας να τα παρασύρει το κύμα αυτού του διεφθαρμένου αιώνα. Θα κλαίτε αιώνια πού δεν σώσατε τα παιδιά σας και θα τα κάνετε υιούς της γέενας του πυρός. Εάν σταματούσε ή αμαρτία στον κόσμο και οι άνθρωποι μετανοούσαν δεν θα ζούσαμε εμείς τούς έσχατους καιρούς...



Γέροντας Ιλαρίωνας Άργκάτου(+2006)

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

_ Αββά Κασσιανού: Πλάνες και αντιμετώπιση





 Πλάνες 

Συνήθως ὁ διάβολος ἐξαπολύει τίς ἐπιθέσεις του μέ πολλή πανουργία. Ἀποπειράθηκε, μάλιστα, νά πλανήσει ἀκόμα καί τόν ἴδιο τόν Θεάνθρωπο Χριστό, χρησιμοποιώντας χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀλλά δίνοντας τους κακόβουλη ἑρμηνεία (βλ. Ματθ. 4:1-10). Διέστρεψε, δηλαδή, τόν τέλειο λόγο τῆς Γραφῆς, δίνοντας του ἔννοια ἐντελῶς ἀντίθετη ἀπό τήν πραγματική.
Ὡς πλαστογράφος, λοιπόν, ὁ διάβολος μᾶς ἀπατᾶ μέ κάλπικα νομίσματα. Μᾶς σπρώχνει, γιά παράδειγμα, σέ ὑπερβολικές νηστεῖες ἤ σέ μακρές ἀγρυπνίες ἤ σέ ὑπέρμετρες προσευχές ἤ σέ ἀκατάλληλη γιά τά μέτρα μας ἀνάγνωση. Ἔτσι, μέ τό ἐξωτερικό σχῆμα τῆς ἀρετῆς μᾶς ὁδηγεῖ στήν κακία. Ὅλα αὐτά τά ἔργα εἶναι κίβδηλα καί ἀντίθετα πρός τό ἔργο τῆς σωτηρίας μας. Κι ἐνῶ στήν ἀρχή μᾶς φαίνονται ὠφέλιμα, στή συνέχεια μᾶς προκαλοῦν τέτοια ζημιά, πού δέν ἀντισταθμίζεται μέ τίποτα.
Σέ κάποιον μοναχό ἐμφανιζόταν γιά ἀρκετό διάστημα ἕνας δαίμονας σάν ἄγγελος φωτεινός. Σέ κάθε ἐπίσκεψη του τό κελί φωτιζόταν, χωρίς νά ὑπάρχει ἀναμμένο λυχνάρι. Πλανήθηκε, λοιπόν, ὁ μοναχός ἀπό τίς ἀναρίθμητες ἐμφανίσεις τοῦ δαίμονα καί πίστεψε ὅτι αὐτός ἦταν ἅγιος ἄγγελος. Στό τέλος, ὁ διάβολος τόν διέταξε νά προσφέρει ὡς θυσία στόν Θεό τόν γιό του, ὁ ὁποῖος ζοῦσε μαζί του στό μοναστήρι, μέ τήν ὑπόσχεση ὅτι ἔτσι θά ἀποκτοῦσε τήν ἴδια ἀξία μέ τόν Ἀβραάμ. Εἶχε τόσο δελεασθεῖ ὁ μοναχός ἀπό τό ἐπιχείρημα τοῦ διαβόλου, πού, πράγματι, ἦταν ἕτοιμος νά κάνει φόνο. Ὁ γιός του, ὅμως, κατάλαβε ἔγκαιρα τά σχέδια τοῦ πατέρα του καί πρόλαβε νά δραπετεύσει.
                                                                                   
  Ἀντιμετώπιση  
Για τήν ἀντιμετώπιση κάθε πειρασμοῦ καί κάθε δαιμονικῆς ἐπιθέσεως ἄς χρησιμοποιοῦμε τήν προσευχή, καταφεύγοντας στήν προστασία τοῦ Θεοῦ. 
Πολύ δυνατή καί ἀποτελεσματική εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη ἐπίκληση: «Ὁ Θεός εἰς τήν βοήθειάν μου πρόσχες· Κύριε, εἰς τό βοηθῆσαί μοι σπεῦσον» (Ψαλμ. 69:2). 
Αὐτή ἡ σύντομη προσευχή εἶναι ἕνα ἀπόρθητο τεῖχος. Στή μάχη μέ τούς ἀόρατους ἐχθρούς μας ἄς χρησιμοποιοῦμε καί τά πνευματικά ὅπλα, τά ὁποῖα μᾶς προτείνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος:  τήν πίστη σάν ἀσπίδα,  τήν ἀγάπη σάν θώρακα,
 τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας σάν περικεφαλαία καί 
τόν λόγο τοῦ Θεοῦ σάν ξίφος (βλ. Ἐφ. 6:16-17. Α' Θεσ. 5:8). 
Επίσης, ἄς μελετᾶμε συνεχῶς τίς Ἅγιες Γραφές· ἄς ταπεινώνουμε μέ τήν ἄσκηση τό σῶμα, κάνοντας μέ προθυμία ἀγρυπνίες καί νηστεῖες, ὥστε ὁ λογισμός μας νά περιφρονεῖ τά γήινα καί νά ἀσχολεῖται μέ τά οὐράνια.

                                                     
---------------------------------------------------

Απάθεια


Ερώτηση. Τι είναι η ανθρώπινη απάθεια;

Απόκριση: Απάθεια είναι, όχι το να μη αισθάνονται οι αγωνιστές τα πάθη, αλλά το να μη τα δέχονται. Λόγω των πολλών και ποικίλων αρετών πού απέκτησαν, φανερών και κρυφών, ασθένησαν τα πάθη μέσα τους και δεν μπορούν να επαναστατήσουν εύκολα κατά της ψυχής.
  

Και η διάνοια δεν χρειάζεται πάντοτε να προσέχει σ' αυτά διότι είναι πάντοτε γεμάτη από αισθήματα πού προέρχονται από την μελέτη και την κοινωνία των αρίστων σκέψεων οι όποιες κινούνται με σύνεση στον νου.
Και όταν τα πάθη αρχίσουν να κινούνται, ξαφνικά ή διάνοια αρπάζεται από κάποια σκέψη πού συλλαμβάνεται από τον νου και φεύγει από κοντά τους έτσι τα πάθη μένουν αργά.
Όπως είπε ο μακάριος Μάρκος ο νους που με την χάρη του Θεού επιτελεί πράξεις ενάρετες και πλησιάζει στην γνώση, λίγη αίσθηση λαμβάνει από το άλογο μέρος της ψυχής διότι ή γνώσις του ανθρώπου αρπάζεται στα ύψη και τον αποξενώνει από όλα τα πράγματα του κόσμου, λόγω της αγνείας, της λεπτότητας, της ελαφρότητας και της οξύτητας του νου της.
Και λόγω της ασκήσεως των, καθαρίζεται ο νους των και γίνεται διαυγής, επειδή ή σάρκα τους ξηραίνεται από την επίδοση στην ησυχία και την εμμονή σ' αυτήν. Έτσι εύκολα και γρήγορα επέρχεται στον καθένα τους ή θεωρία και τους οδηγεί στην έκσταση.
 Από τότε γίνονται γεμάτοι θεωρία, ή διάνοια τους δεν στερείται σύνεση ποτέ, αντιθέτως μάλιστα έχουν όλα εκείνα πού τους φέρει ο καρπός του Πνεύματος. 
Με την πολυχρόνια συνήθεια εξαλείφονται οι αναμνήσεις της καρδίας των, πού ανακινούν στην ψυχή τα πάθη και ή δύναμις της εξουσίας του Διαβόλου. Πράγματι, όταν ή ψυχή δεν επικοινωνεί με τα πάθη, μελετώντας τα, διότι ασχολείται διαρκώς με άλλη φροντίδα, τότε ή δύναμις των ονύχων των παθών δεν μπορεί να κυριάρχηση στις πνευματικές της αισθήσεις. 
Από το βιβλίο: Ασκητικά. Αββά Ισαάκ του Σύρου.