Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Γιατί ὁ Θεός νά μήν θεραπεύει πάντα τό σῶμα μας; Αγίου Λουκά του Ιατρού

agios-loukas-iatros

Γιατί ὁ Θεός νά μήν θεραπεύει πάντα τό σῶμα μας;

Αγίου Λουκά του Ιατρού
Με είχε ρωτήσει κάποιος φίλος τις προάλλες γιατί να γίνονται και γιατί να μην γίνονται θαύματα σε όλους τους ανθρώπους από τον Χριστό, από την Παναγία, τους Αγίους και άλλους μεσίτες και πρεσβευτές. Γιατί ένας άνθρωπος να θεραπεύεται από τον καρκίνο και άλλος να ζεματίζεται και να πονάει και υποφέρει, σωματικά πάντα…; Επιθυμεί κάτι τέτοιο ο φιλάνθρωπος Θεός; 
Πρώτα πρώτα, ο Θεός δεν γίνεται φορτικός και δεν είναι «κομπλεξικός», όπως εμείς. Απεναντίας, εάν δεν Τον θέλουμε στην ζωή μας, δεν έρχεται, αν και μας ευεργετεί και πάλι όσο του το επιτρέπουμε. 

Είναι ο μανικότερος των εραστών, ο πιο τρελός των ερωτευμένων και παράλληλα ο «ευγενής», που σέβεται απεριόριστα την ελευθερία μας. (Επίσης, είναι αυτός που φέρεται όπως ο πατέρας στην παραβολή του Ασώτου- δεν ζητάει κανένα λόγο, ούτε… «κάνει μούτρα», αλλά απλώς χαίρεται με την επιστροφή μας στο καλό). 
Με άλλα λόγια, μας αφήνει να πάμε όπου θέλουμε, είτε με τα λόγια και τις εξωτερικές ενέργειες κάνουμε τους ευσεβείς, είτε όχι. Εκεί έχει ο άνθρωπος ακέραια την ευθύνη. Τώρα, στην περίπτωση που πράγματι έχουμε αγάπη ή έστω «φόβο» Θεού, τότε ο Θεός επεμβαίνει στην ζωή μας. Και η προτεραιότητά του είναι να γιατρέψει την ψυχή πρώτα και έπειτα το σώμα. Έτσι, σε αυτό το πλαίσιο και υπό αυτές τις προϋποθέσεις, οι ασθένειες είναι οι «αγάπες του Θεού», όπως έλεγε ένας γέροντας σύγχρονος, μεγάλος. 
Κι αυτό, διότι «ον αγαπά ο Κύριος παιδεύει», δηλαδή αυτόν που «αγαπά» (όλους εξ ίσου τους αγαπά, εδώ ο Απόστολος μιλάει για την αγάπη με ανταπόκριση προφανώς) ο Θεός τον παιδαγωγεί, τον εκπαιδεύει, ώστε να βελτιωθεί και να Του μοιάσει περισσότερο, στο μέτρο της θέλησης και της αντοχής του κάθε ανθρώπου κάθε φορά. 

Είναι, όμως, πραγματικό αυτό; Ή μήπως ο Θεός είναι  «δίκαιος και αμείλικτος»; Θα σας πω κάτι από την προσωπική μου εμπειρία: έχω δει ανθρώπους που μια ολόκληρη ζωή φέρονταν με μεγάλη σκληρότητα, αυταρχισμό κ.α. σε κοντινούς τους ανθρώπους (συνήθως στους άλλους κάνουμε τους ευγενικούς άλλωστε, έτσι δεν είναι;) να έχουν μεταβάλει άρδην την συμπεριφορά τους με αυτήν την ασθένεια. Να έχουν μετανοήσει και μάλιστα εμπράκτως. Διότι, σκεφτείτε, πόσο πωρωμένοι είμαστε εμείς οι άνθρωποι… 
Όταν έχουμε την υγεία μας και ασχολούμαστε κανονικά με τις μάταιες βιοτικές μας μέριμνες -και λοιπές εφήμερες ανοησίες και γελοιότητες- διαμορφώνουμε τεράστιο εγωισμό και αυτοδικαίωση. Συχνά κάνουμε κόλαση την ζωή των κοντινών μας ανθρώπων, αφού έχουμε θανατώσει τις ψυχές μας… Αυτά κάνουμε εμείς οι άνθρωποι, δουλεύουμε στα πάθη μας, στην ανθρωπαρέσκεια, κατατυραννούμε τους άλλους που είχαν την κακή τύχη να έχουμε κάποια εξουσία πάνω τους και κλαιγόμαστε από πάνω, όταν δεν μας κάνουν τα χατίρια. 
Λοιπόν, τι θα έπρεπε να κάνει ο Θεός που τόσο μας αγαπά σε αυτήν την περίπτωση, αφού έχει μυριάκις μακροθυμήσει; Θα έπρεπε μήπως να μας αφήσει σε αυτήν την κατάσταση ή να μας δώσει μια κατάσταση που μόνον Αυτός ξέρει πως θα μας βοηθήσει και να μας βγάλει από την ματαιότητα που ζούμε, αφού Τον ζητάμε -παρ’ όλ ‘αυτά- στην ζωή μας; 
Συμπέρασμα: Όλες οι ασθένειες είναι κατ’ αρχήν απευκταίες, αλλά η αγάπη πολλές φορές βρίσκει ακραίες οδούς, για να μας βγάλει από την τύφλωσή μας. Και «αν σήκωνες τις δυσκολίες, κανείς δεν θα σωζόταν».
- See more at: http://poimin.gr/giati-%e1%bd%81-theos-na-min-therapevi-panta-s%e1%bf%b6ma-mas/#sthash.GFZjKy8R.dpuf



Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

Αρχιμ. Ανδρέας Κονάνος: "Εἰς ἴασιν ψυχῆς καί σώματος" (Γ´)

π. Ανδρέας Κονάνος: "Εἰς ἴασιν ψυχῆς καί σώματος"


Την τρίτη κατά σειρά ομιλία του, κάτω από τον γενικό τίτλο «Εις ίασιν ψυχής και σώματος», πραγματοποίησε την Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου, στον Ιερό Ναό Ευαγγελιστρίας Πειραιώς, ο Αρχιμανδρίτης Ανδρέας Κονάνος.
Η ομιλία αυτή, όσο και οι δύο προηγούμενες, εντάσσονταν στο πρόγραμμα καθημερινών δράσεων και εκδηλώσεων του Ναού με τον τίτλο «ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει…».

Θερμομετρική πνευματικότητα-ζεστός ,χλιαρός ή κρύος;

Θερμομετρική πνευματικότητα-ζεστός , χλιαρός ή κρύος;
Tην κατάσταση της θερμομετρικής πνευματικότητας,αυτό δηλαδή που θα μπορούσε να διαγνωστεί και ως κατάσταση θερμοκρασίας της σωματοψυχής,θα συναντήσουμε ρίχνοντας κάποιες ματιές στην Βίβλο. Δεν ανιχνεύεται με την συγκεκριμένη ορολογία στα βιβλία της Καινής Διαθήκης, ωστόσο φωτογραφίζεται έντονα σε ορισμένα σημεία της. Ο Χριστός παρουσιάζεται στο κείμενο της Αποκάλυψης ,  -ως ο Αμήν- δίνοντας εντολή στον Απόστολο Ιωάννη να γράψει απευθυνόμενος στον τοπικό άγγελο της  Εκκλησίας της Λαοδικείας-έβδομης και τελευταίας κατά σειρά επιστολών- τα εξής : «Ξέρω καλά τα έργα σου: δεν είσαι ούτε κρύος ούτε ζεστός. Μακάρι να ήσουν κρύος ή ζεστός! Επειδή όμως δεν είσαι ούτε κρύος ούτε ζεστός αλλά χλιαρός, γι’ αυτό θα σε ξεράσω από το στόμα μου».
Χρειάζεται όμως να καταλάβουμε γιατί τα λόγια αυτά-ηχούν αρκετά βαριά σε πρώτη ανάγνωση – τα απευθύνει ο Χριστός στον τοπικό άγγελο (βλ. επίσκοπο) και κατ’ επέκταση σε ολόκληρο το Εκκλησιαστικό σώμα τότε και τώρα. Οι λόγοι που συντρέχουν ίσως να μην είναι αυτοί που μπορεί να έχουμε κατά νου ή να φανταζόμαστε , αλλά οι ακριβώς αντίθετοι. Λίγο παρακάτω και στο ίδιο κείμενο ξεκαθαρίζουν κάπως τα πράγματα:
«Καυχιέσαι πως είσαι πλούσιος, πως απόχτησες μεγάλη περιουσία, πως δεν έχεις ανάγκη από τίποτε».Το βασικό πρόβλημα του αγγέλλου/επισκόπου καθώς και της τοπικής εκκλησίας, δείχνει να είναι η πνευματική του(ς) αυτάρκεια. Ένα πρόβλημα που λίγο νωρίτερα το είχε διακρίνει και ο απόστολος Παύλος όταν απευθυνόμενος στους Κορινθίους τους γράφει : «Νιώθετε κιόλας χορτάτοι έχετε κιόλας αποκτήσει τα προσδοκώμενα πλούτη, χωρίς εμάς τους αποστόλους νιώθετε κιόλας σαν βασιλιάδες μέσα στο βασίλειο του Θεού!».Ο άγγελος φαίνεται να καυχιέται και για την αφεντιά του και για την Εκκλησία της Λαοδικείας. Ατενίζανε από τα πάνω προς τα κάτω, σκαρφαλωμένοι στον σβέρκο του Αγίου Πνεύματος επιδεικνύοντας τα επίπεδα των πνευματικών χαρισμάτων τους. Αντασφαλισμένοι στην βεβαιότητα ότι ο Χριστός, βλέποντας αυτήν την ζεστασιά τους στα πνευματικά, θα τους επιβραβεύει αδιάκοπα με ανάλογα και μεγαλύτερα.Ο Κύριος τελικά έρχεται και αποκαλύπτει την πραγματική θερμοκρασία του αγγέλου και του απευθύνεται με καταφατικές εντολές : «Να αγοράσεις… να ντυθείς….ν’αλείψεις…να αποκτήσεις… δείξε ζήλο…μετανόησε…»,σαν να πρόκειται για άνθρωπο που δεν είχε απολύτως καμία χάρη επάνω του.
Πόσες φορές έχουμε βρεθεί εμείς οι εκκλησιαστικοί άνθρωποι σε παρόμοια φάση θερμομέτρησης για το πότε νομίζουμε ότι νιώθουμε πνευματικά καλά με την σωματοψυχή μας και σε ποιες από τις τρεις παραπάνω θερμοκρασίες νιώθουμε «ασφαλείς» ή αγνοούμε ότι κινδυνεύουμε; Μπορεί να είναι αρκετά σαφή τα λόγια πως οι χλιαροί τελικά ξερνιούνται , το ερώτημα όμως εξακολουθεί να υπάρχει: ποιοι είναι οι χλιαροί ;Ο άγγελος καυχιόταν για την πλούσια και ζεστή πνευματικότητά του χωρίς την υποψία κρυάδας. Δεν φαίνεται πουθενά να εξομολογήθηκε την χλιαρότητά του. Αν και του είχαν δοθεί περιθώρια αυτογνωσίας, η πτώση ήρθε με την ανεξομολόγητη χλιαρότητα του! Όσοι είμαστε πεπεισμένοι ότι το Άγιο Πνεύμα κατευθύνει την ζωή μας και ότι γινόμαστε αυτόματα φορείς του, ικανότατοι στα πνευματικά, χρειάζεται να δούμε αν μπορέσαμε έστω και για μια φορά να γίνουμε μια γέφυρα ελέους και συμπόνιας για κάθε εν Χριστώ αδελφό, εντός και εκτός των εκκλησιαστικών μας ορίων.
Η θερμοκρασία της πνευματικότητάς κρίνεται από τη στάση που παίρνουμε καθημερινά απέναντι σε άλλους συνανθρώπους μας. Μια θερμή πνευματικότητα που ζητάει να πέσει φωτιά από τον ουρανό για να κάψει τους εκτός των ορίων της αγάπης μας, δεν είναι σίγουρα θερμή αλλά εγκληματικά παγερή.Ωστόσο, αν αυτή η εξομολογητική χλιαρότητα ζητάει να πέσει από τον ουρανό φωτιά για να κάψει την ίδια και όχι τους γύρω της, τότε είναι μια πνευματικότητα έτοιμη να βάλει τον εαυτό της επάνω στον θυσιαστήριο του ελέους, αναγνωρίζοντας ότι δεν μπορεί να υπάρξει θυσιαστήριο χωρίς την απαραίτητη προϋπόθεση του θυσιαζόμενου προσώπου.
Στην αυτάρκεια της πνευματικής μας ζεστασιάς υπάρχει περίπτωση να είμαστε αρκετά αδιάκριτοι ή ακόμα χειρότερα, σχεδόν οι κατήγοροι των αδελφών που νομίζουμε ότι ζούνε στην χλιαρότητα. Τους τσεκάρουμε σε τόπο και χρόνο λειτουργικό σαν ανέκφραστοι και ψυχροί απουσιολόγοι μέσα σε εμπαθείς αγωνίες και λογισμούς του τύπου : εκνευρίζονται με το παραμικρό;
Καταφέρνουν να κάνουν οικογένεια;
Ή ακόμα χειρότερα, γιατί δεν καταφέρνουν να κάνουν παιδιά;
Γιατί έχουνε συνέχεια οικογενειακά καβγαδάκια που τους ακούει όλο το τετράγωνο (τι ντροπή! ),
γιατί δεν σταθεροποιούνται σε μια δουλειά ή γιατί δεν πάει καλά η επιχείρηση τους;
Γιατί δεν περάσανε τα παιδιά τους στις πανελλαδικές εξετάσεις;
Γιατί δεν πάει καλά η υγεία τους κ.ο.κ ;
Ανυποψίαστοι και χοντρόπετσοι, δεν τολμάμε να δούμε ότι αυτή η «ζεστή» στάση μας είναι που κρατάει παγωμένους, σχεδόν νεκρούς τους αδελφούς μας. Όχι μόνο δεν τους έχουμε στηρίξει έστω και για μια στιγμή της ζωής τους, αλλά βάζουμε και τρικλοποδιές από τις οποίες δεν μπορούν να συνέλθουν για να σηκωθούν και να περπατήσουν . Αυτή η πνευματικά ζεστή –σχεδόν καυτή- έγνοια μας είναι που μας σέρνει από την μύτη οδηγώντας τους αδελφούς μας σε αδιέξοδα και εμάς στην χλιαρότητα και την ψυχρότητα . Αλήθεια πόσο καλά νομίζουμε ότι ξέρει τα έργα μας Αυτός που είναι το φώς; Για πόσο νομίζουμε ότι μπορούμε να κρυφθούμε από τους άλλους ανθρώπους και πόσο ικανοί είμαστε να τους κοροϊδέψουμε για την πνευματική μας θερμοκρασία; Έχουμε υποψιαστεί πως το έργο της Εκκλησίας μπορεί να γίνεται καλύτερα από όσους εμείς θεωρούμε χλιαρούς;
Κάποτε μια νεαρή κοπέλα που νόμιζε πως ήταν χλιαρή συζητούσε με έναν νεαρό άνδρα που ήταν σίγουρος ότι ήταν πνευματικά ζεστός. Η κοπέλα κάποια στιγμή εκφράζει εξομολογητικά την χλιαρότητά της και ότι περνάει μια δύσκολη γι’ αυτήν περίοδο. Από την άλλη μεριά, ο νεαρός άνδρας που διάβαζε καθημερινά τις Γραφές, τους πατέρες, τους βίους των αγίων, που νόμιζε ότι προσευχόταν αρκετά και πίστευε ότι είχε πάρει στα ζεστά τον Θεό, δείχνει να τα χάνει με την καρδιακή εξομολόγηση της κοπέλας και αρχίζει να διερωτάται για το ποιος από τους δυο τελικά περπατάει στην ευθεία οδό και πλησιάζει την ποθητή θερμοκρασία. Η εξομολογητική χλιαρότητα της νεαρής κοπέλας είναι αυτή που θα ανοίξει τα αυτιά της ώστε να μπορέσει να ακούσει τον Χριστό όταν θα της χτυπάει την πόρτα για να του ανοίξει και να έρθει να δειπνήσει Αυτός (ο Αμήν!) μαζί της και αυτή μαζί Του,εναγκαλιζόμενη τον ποθούμενο Θεό, ο Οποίος διψά να διψάτε και αγαπά ν’ αγαπάται.Η χλιαρότητα όμως, απομονωμένη και ξεκομμένη από την εξομολογητική μας διάθεση, δεν είναι μια κατάσταση επιβραβεύσεως που μπορεί να θεωρηθεί κατόρθωμα ή πλεονέκτημα. Ωστόσο, μπορεί να λειτουργήσει ως ευλογία και όχι ως κατάρα σε αυτόν που θα την προσφέρει με άδεια αλλά καθαρά χέρια, στο πρόσωπο του κάθε πληγωμένου αδελφού, του σταυρωμένου Χριστού.
Η εξομολογητική χλιαρότητά είναι μια θερμοκρασία της σωματοψυχής που μπορεί να λειτουργήσει ιαματικά και αναγεννητικά για εμάς και τους γύρω μας. Αν μπορούσαμε να γίνουμε εξομολογητικά χλιαροί θα μπορούσαμε να δροσιστούμε με την λεπτή αύρα του Αγίου Πνεύματος μέσα στο καύμα της προσωπικής μας ερήμου και να φανούμε δόκιμοι τότε, όταν θα είμαστε σε θέση να ζεστάνουμε τις χειμωνιάτικες καρδιές των πληγωμένων αδελφών μας, προετοιμάζοντας τες έτσι για την άνοιξη των εσχάτων της Βασιλείας του Χριστού. Ας έχουμε υπόψη, ότι οι θερμοκρασίες του ζεστού , του κρύου και του χλιαρού ποτέ δεν είναι σταθερές και δεδομένες για κανέναν από εμάς. Αν θερμομετρηθούμε, θα καταλάβουμε ότι όλοι μας μπαλατζάρουμε διαρκώς ανάμεσα στο ζεστό , το κρύο και το χλιαρό. Γι’ αυτό το λόγο, θα χρειαστεί να είμαστε αληθινοί σε κάθε ιατρική διάγνωση που μας αφορά.
«Επομένως, όποιος νομίζει ότι στέκεται καλά στα πόδια του, καλύτερα ας προσέχει να μην πέσει».
Γιώργος Κουτσοδιάκος
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΘΕΜΑΤΟΣ: ΝΟΤΑ ΧΑΡΑΣ
e-theologia.blogspot.gr

Τετάρτη 11 Μαρτίου 2015

Αποκάλυψη Αγ. Αντωνίου για τη Μοναχική χάρη

Ο Άγιος Αντώνιος έλεγε:
«Παρακάλεσα τον Θεό ζητώντας να μου δείξει με ποια βοήθεια είναι προικισμένος ο Μοναχός για την καλογερική χάρη και μου έδειξε μεγάλη πύρινη λαμπάδα και πλήθος οπλισμένων Αγγέλων, οι οποίοι κυκλώνουν τον Μοναχό που προθυμοποιείται να σωθεί.

Και ακούστηκε φωνή από το Άγιο Πνεύμα η οποία έλεγε στους Αγγέλους: «Σε όλη του τη ζωή να μην απομακρυνθείτε από αυτόν».

Όταν είδα τόσο μεγάλη βοήθεια, αναστέναξα και είπα στον εαυτό μου: "Αλίμονο σε σένα, Αντώνιε! Πόση βοήθεια σου έστειλε ο Θεός για να σε προφυλάξει και εσύ αμελείς"!

Πάλι έκανα προσευχή και είπα: «Κύριε, πώς εξαπατά ο Διάβολος και παραπλανά τον Μοναχό, όταν αυτός είναι περικυκλωμένος με τόση βοήθεια;» Και άκουσα πάλι εκείνη τη φωνή να μου λέει: «Να το ξέρεις ότι ο Διάβολος δεν έχει δύναμη να νικήσει τον Μοναχό επειδή με την ενσάρκωσή μου κομμάτιασα τη δύναμή του, αλλά ο καθένας νικιέται από την δική του αμέλεια και την ελλιπή φροντίδα».

Και εγώ είπα· «Κύριε, άραγε όλοι οι Μοναχοί έχουν τέτοια βοήθεια;»

Και μου έδειξε ο Κύριος μεγάλο πλήθος Μοναχών και καθένας από αυτούς είχε την προσωπική του βοήθεια την οποία είδα την πρώτη φορά, δηλαδή μια μεγάλη λαμπάδα πύρινη και γύρω από αυτόν μια στρατιά Αγγέλων.

Όταν τα είδα αυτά είπα: Μακάριο είναι και ευτυχισμένο το γένος των χριστιανών και ιδιαίτερα μακάριοι είναι οι Μοναχοί οι οποίοι έχουν για βοήθειά τους τέτοιον Δεσπότη καλό, φιλάνθρωπο και ελεήμονα. Λοιπόν και εμείς, αδελφοί, ας φροντίζουμε χωρίς αμέλεια για την σωτηρία της ψυχής, για να αξιωθούμε την Βασιλεία των Ουρανών, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο ταιριάζει κάθε δόξα μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν».

-------------------------------------------
Πηγή: Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

Ἡ Σιωπή Ἀρχιμ. π. Ἀντωνίου Ρωμαίου




Ἡ σιωπήεἶναι ἡ πιό γόνιμη μήτρα γιά τή ζωή τοῦ Πνεύματος.
Τό νά σιωπᾶς μέ γνώση σημαίνει ὅτι ἔχεις δουλέψει πολύ στόν ἑαυτό σου.
Τό νά σιωπᾶς ὅταν εἶσαι ἄδειος, εἶναι φρόνηση· τό νά σιωπᾶς ὅμως ὅταν εἶσαι γεμάτος, εἶναι ἁγιότης.
Ἕνα λεπτό σιγῆς τοῦ σοφοῦ ἀντιρροπεῖ πρός χιλιάδες ὧρες μωρολογίας δοκησισόφων.
Ἡ σιωπή πού γεμίζει μέ τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ γεννᾶ τούς πιό σωστούς διαλόγους.
Ἡ σιωπή πού εἶναι γεμάτη ἀπό ἐμπαθῆ ἀναβρασμό τῆς ψυχῆς, γίνεται πρόδρομος σατανικῆς κυριαρχίας.
Ἡ ἀσκητική σιωπή – προσπάθεια γεμάτη πόνο καί κόπο – μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου μετρατρέπεται ἀπό ἐπίπονα δεσμά σέ φτεροῦγες ἀνατάσεως καί σέ στρωμνή ἀναπαύσεως.
Ἡ σιωπή τοῦ μοχθηροῦ ἀρχίζει μέ εὐγένεια καί τελειώνει μέ δολοφονική ἐνέργεια.
Ἡ σιωπή πού ἐπικαλύπτει ἐμπάθεια ὁμοιάζει πρός ἁγιόμορφο πόρνη.
Τό νά σιωπᾶς ἀπό ἀμέλεια ἤ τεμπελιά δείχνει ὅτι ἔχεις συνθηκολογήσει μέ τόν διάβολο.
Τό νά σιωπᾶς ἀπό ἀπογοήτευση φανερώνει τήν αἰχμαλωσία σου σέ σατανοκίνητες σκέψεις.
Τό νά σιωπᾶς ὅταν μπορεῖς νά πεῖς πολλά δέν εἶναι δειλία ἀλλά γενναιότητα.
Τό νά σιωπᾶς «ὅταν δέν ἔχεις τί νά πεῖς» εἶναι ἀγαθόμορφη δειλία.
Τό νά σιωπᾶς μπροστά στούς «Πιλάτους» φανερώνει διάθεση Χριστομιμήτου ζωῆς.
Τό νά σιωπᾶς γιατί «εἶσαι νεκρός γιά τόν κόσμο» σημαίνει ὅτι προγεύθηκες τή δύναμη τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.
Τό νά σιωπᾶς, τέλος, ὅταν ὁ σταυρός εἶναι στούς ὤμους σου ἤ ὅταν σύ εἶσαι πάνω στό «σταυρό», αὐτό σημαίνει ὅτι ἔχεις ἤδη εἰσέλθει στή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2015

Το μέτρο στην κριτική του Καντ Του Gerhard Krüger


Ι. Το πρόβλημα του μέτρου

Η κριτική ως οντολογικό θεμέλιο της οντολογίας, είναι η αποκάλυψη (από τα θεμέλια των δυνατοτήτων της) τής ουσίας τής μεταφυσικής γνώσης. Αυτό όμως δεν εννοείται έτσι όπως το όριζε ο Hegel, ο οποίος ήθελε να ξεχάσει πως μέσα σε αυτή την γνώση ζει ο πεπερασμένος άνθρωπος και όχι ένα απόλυτο πνεύμα. Η κριτική είναι μεταφυσική τού πεπερασμένου ανθρώπου, εντός τού χρονικού «είναι» (Dasein) του, που είναι θεμελιώδες για κάθε οντολογική ερώτηση και κατανόηση. Αυτό το είναι δεν είναι κάτι «υπαρκτό» (Seiendes),  αλλά συνίσταται στο γεγονός ότι είναι έτοιμο-διαθέσιμο (Vorhandenheit), καί είναι τέτοιο, ώστε το είναι του να σχηματίζεται δια τής κατανόησης τής πραγματικής, πεπερασμένης του κατάστασης. Πρόκειται για ένα είναι που προηγείται του εαυτού του, που επιστρέφει από το μέλλον του, μια «υπέρβαση» που προσλαμβάνει την πραγματικότητα της. Σε αυτή την «υπερβατικότητα» το πεπερασμένο ον κατέχει a priori ένα χώρο, έναν ορίζοντα, μέσα στον οποίο το είναι δείχνεται ως είναι. Αυτοί οι ορισμοί της «θεμελιώδους οντολογίας» που εδώ μόνο ακροθιγώς αναφέρονται, και τους οποίους ο Heidegger αναπτύσσει στην φιλοσοφία του, αποτελούν την βάση της ερμηνείας τού Καντ. Ο Heidegger προϋποθέτει πως γιά κάθε γνώση απαιτείται η θεωρία. Η υπερβατική λογική παραγωγή των κατηγοριών από τον Καντ, δείχνει πως οι οντολογικές αυτές θεμελιώδεις έννοιες της φιλοσοφίας έχουν ανάγκη την θεωρία. Μας επιτρέπει να δούμε με ποιο τρόπο η καθαρή λογική πρέπει να υπηρετεί την δυνατότητα συνάντησης τού είναι, το οποίο έχει ανάγκη ο πεπερασμένος, εν ανάγκαις άνθρωπος. Μας υποδεικνύει, πως η υπερβατική σκέψη μόνο τότε γίνεται πραγματική κατανόηση, όταν μέσω του «σχήματός» της, του χρόνου, «γίνεται προσβάσιμη στις αισθήσεις», και στην εσωτερική της ενότητα γίνεται κατανοητή με την «καθαρή θεωρία». Η  χρονικότητα είναι ο γενικός τρόπος όπου καθίσταται δυνατή η συνάντηση όλων των πραγμάτων. Στην θεμελιώδη έρευνα όμως προκύπτει, πως οι δυο «στύλοι» της γνώσης, η αισθητικότητα και η λογική, δίνοντας την δυνατότητα για μια οντολογική γνώση (που από την πλευρά της δίνει την δυνατότητα σε μια εμπειρική, οντική γνώση), αποτελούν μια και μόνη κίνηση του υπερβατικού σχηματισμού τού εαυτού, και ο Καντ έχει αγγίξει αυτή την ενότητα. Το κατάφερε αυτό διαπιστώνοντας πως ο χρόνος-ο ωριμάζων χρόνος, που είναι η κάθε ανθρώπινη ύπαρξη-δεν είναι μόνο μια a priori μορφή κάθε θεωρίας, όπου συναντάται κάθε τι το υπαρκτό, αλλά ταυτόχρονα και ο παραγωγικός, a priori σχηματισμός «μορφών του χρόνου», όπως τον εκτελεί η καθαρή φαντασία. Αυτή την υπερβατική δύναμη τής φαντασίας την συνέλαβε ως τον συγκεκριμένο τρόπο οντολογικής κατανόησης. Η ικανότητα προς φαντασία είναι για τον Καντ η πρωταρχική, σχηματοποιός «μέση», στην οποία είναι εσωτερικά σύμφωνα η αντίληψη και η λογική τής μεταφυσικής γνώσης. Αυτή η ερμηνεία διεισδύει στον Καντ περισσότερο από τις προηγούμενες, επειδή αντιλαμβάνεται τον άνθρωπο σε αναφορά προς την φυσική του τάση προς μεταφυσική, αλλά και τον πεπερασμένο χαρακτήρα του. Και όμως, ακόμα και αυτή η κριτική έρχεται σε σύγκρουση με τον τρόπο που ο Καντ είπε ότι είπε. Η σύγκρουση αυτή ανακύπτει όταν η ερμηνεία αυτή «επαναλαμβάνει» αυτά που «ο Καντ ήθελε να πει». Ο Heidegger λέει, πως η ερμηνεία αυτή πρέπει «αναγκαστικά να χρησιμοποιήσει βία», (S.193), αφού και εδώ προκύπτει για τόν ερμηνευτή τό περίεργο γεγονός, πως ο Καντ, παρά την ουσιαστική ενότητα τής γνώσεως τού είναι, στην οποία έφτασε, «έκανε πίσω» μπρος στην υπερβατική ικανότητα προς φαντασία, της οποίας η σημασία έπρεπε να ανακαλυφθεί εκ νέου (§31). Επίσης, ο Καντ άφησε να αιωρείται η ενότητα των δυο «πυλώνων», και την πρωταρχική ουσία του χρόνου, δεν την έκανε θέμα μιας λεπτομερούς ερμηνείας (S.192). Με αυτό συνδέεται και το γεγονός, πως η αντίληψη του Καντ περί της καθαρής σκέψης δεν ορίζεται από το νέο καθήκον της σκέψης εντός της ανθρώπινης γνώσης τού είναι. Αντιθέτως, ορίζεται από την παραδοσιακή έννοια της σκέψης μέσα στην λογική. Ο Καντ ονομάζει την «υπερβατική του ανάλυση» «υπερβατική λογική». Κατανοεί επομένως το θεμέλιο της μεταφυσικής ως «κριτική του καθαρού λόγου» (S.63), και την αποφασιστική ερώτηση  της υπερβατικής λογικής παραγωγής (Deduktion) ως μια «questio juris», μια ερώτηση περί του δικαιώματος «χρήσης» καθαρών εννοιών της λογικής. Όταν όμως ο Heidegger λέει, πως μέσα σε αυτή την «αναπαράσταση» της λογικής παραγωγής δεν μπόρεσε να «εκφρασθεί» το «αληθινό της περιεχόμενο» (S.64), τότε είναι σαφές πως το δικό του μέτρο διαφέρει από αυτό του Καντ. Ο Heidegger, όπως και ο Καντ θεωρεί το καθήκον της μεταφυσικής, ως ανθρώπινης, μέσα στην περατότητα τής κριτικά γνωρίζουσας μεταφυσικής. Τι είναι όμως η περατότητα το κατανοεί διαφορετικά από τον Καντ. Την κατανοεί σε αναφορά προς το τίποτα: «μόνο όταν το να αφεθεί κανείς να σταθεί απέναντι ....αποτελεί μια θεληματική παραμονή στο τίποτα, τότε η φαντασία μπορεί να επιτρέψει μια συνάντηση με, αλλά και εντός του τίποτα, ένα όχι τίποτα, με ένα κάτι σαν είναι...» (S.67). Καθοριστικό για την μεταφυσική πεπερασμένη γνώση του υπαρκτού ως τέτοιου είναι το τίποτα. Ο Καντ όμως, στην δική του διαπραγμάτευση του προβλήματος, έχει σαφώς μια άλλη έννοια περί μεταφυσικής, και επομένως έχει ένα άλλο μέτρο. Τα ερωτήματα της μεταφυσικής, τα οποία δεν είναι δυνατόν να απαλειφθούν, έτσι όπως ο Καντ καταλαβαίνει την μεταφυσική, είναι σύμφωνα με επαναλαμβανόμενες δηλώσεις του, ο Θεός, η ελευθερία και η αθανασία της ψυχής. Τα ερωτήματα της παραδοσιακής μεταφυσικής δηλαδή. Και όπως φαίνεται, δεν έχει την γνώμη του Heidegger, πως με τον τρόπο αυτό στο πεπερασμένο είναι προσδίδεται απλώς η αναγκαία πρόσοψη. Στο σημείο αυτό δεν βλέπει μόνο ένα πρόβλημα του «μη είναι, μη ουσία» (Unwesen) το οποίο ανήκει στην πεπερασμένη ουσία (Wesen), αλλά ένα ηθικά επιλύσιμο πρόβλημα, με το οποίο ο πεπερασμένος άνθρωπος φτάνει στην πραγματική του ουσία, την ηθική προσωπικότητα. Το μέτρο για αυτό το καθήκον της μεταφυσικής δεν μπορεί να είναι το τίποτα.  
Πρέπει λοιπόν να παραιτηθούμε από το να γνωρίσουμε αυτό τό μέτρο, επειδή είναι αδύνατο και αντιπαραγωγικό, να γνωρίζουμε πως ήταν πράγματι η φιλοσοφία του Καντ, ή μήπως υπάρχει κάποιος άλλος λόγος; Είναι αναγκαίο και γόνιμο να ασχοληθούμε με τον πραγματικό Καντ; Αν είναι ορθό πως ο πραγματικός Καντ μας έφερε στην φιλοσοφική κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε, τότε πρέπει να αποφασίσουμε να πάρουμε την δεύτερη επιλογή. Πάντως η προσπάθεια να κατανοήσουμε τον Καντ βάσει του δικού του μέτρου, πρέπει να γίνει, όσο τολμηρή και να είναι. Και όσο μεγάλη και να είναι η δυσκολία στην οποία περιπλέχτηκε ο Καντ εφαρμόζοντας το μέτρο του. Αν μας δίνει κάτι το δικαίωμα, αλλά και την ενθάρρυνση για την προσπάθεια αυτή, τότε είναι οι ήδη πραγματοποιημένες μεγάλες προσπάθειες, οι οποίες ως ερμηνείες μας έλκυσαν στην γοητεία τής υπόθεσης που λέγεται Καντ. 
Συνεχίζεται

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

Λόγοι για την προσευχή

keriaΗ μυστική εμπειρία, η οποία είναι αχώριστη απ' την οδό προς την ένωση, δε μπορεί να επιτευχθεί, παρά μονάχα στην προσευχή και με την προσευχή.
Vladimir Lossky

«Αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε» (Α΄ Θες. ε΄ 17). Το αδιαλείπτως προσεύχεσθε εκπληρώνεται όταν μελετούμε και διαβάζουμε ιερά βιβλία. Όταν βλέποντας τα δημιουργήματα του Θεού δοξολογούμε την άπειρή Του δύναμη και σοφία. Όταν αναπνέοντας τον αέρα ή πίνοντας νερό ή τρώγοντας ψωμί ή άλλες τροφές ή απολαμβάνοντας ο,τιδήποτε πνευματικό ή υλικό αγαθό, ευγνωμονούμε και ευχαριστούμε τον Θεό. Επίσης όταν επικαλούμεθα τον Θεό, εργαζόμενοι κάποιο έργο πνευματικό ή τα έργα για τη συντήρηση της παρούσης ζωής.
π. Ευσέβιος Ματθόπουλος

Στο τέλος κάθε αιτήματός μας να λέμε: «Ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως Συ (Ματθ. κς΄ 39)». Μόνο σ’ ένα αίτημα δεν χρειάζεται να το προσθέτουμε αυτό: σ’ εκείνο της σωτηρίας μας, διότι ο Θεός «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αλήθειας ελθείν (Α΄ Τιμ. β΄ 4).
π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος 

Για να σταματήσεις τη συνεχή ανακατωσούρα των λογισμών σου, πρέπει να δέσεις το νου σου με μία σκέψη, ή καλύτερα με τη σκέψη του Ενός.
Επίσκοπος Θεοφάνης ο Έγκλειστος 
Για να είναι η προσευχή του Χριστιανού τέλεια και ευάρεστη στον Θεό, πρέπει να μην είναι αποκλειστική. Να μην περιορίζεται μόνο στον εαυτό του. Πρέπει να είναι γενική. Να επεκτείνεται και στους άλλους.
π. Ευσέβιος Ματθόπουλος
Ο Θεός, η μόνη ελπίδα, καταφυγή και σωτηρία μας, άκουσε με προσοχή, στο όνομα του Μονογενούς Σου Υιού, τις δεήσεις μας. Αξίωσέ μας, με την αγαθότητα και το έλεός Σου, να γίνουμε μέτοχοι των αιωνίων αγαθών της Βασιλείας Σου, που ετοίμασες από την αρχή του κόσμου για όσους Σε αγαπούν. Και έτσι να δοξάζουμε το πάντιμο και μεγαλοπρεπές όνομά Σου και του Μονογενούς Σου Υιού και του παναγίου και αγαθού και ζωοποιού Σου Πνεύματος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
π. Ευσέβιος Ματθόπουλος
Η προσευχή είναι εκείνο το όπλο, χωρίς το οποίο ο,τιδήποτε κι αν κάνει ο άνθρωπος, οσοδήποτε κι αν αγωνισθεί, δεν μπορεί να κατορθώσει τίποτε. Όλα όσα κάνει, επιδιώκει και εργάζεται ο άνθρωπος, κατευοδώνονται και πραγματοποιούνται με τη χάρη και τη βοήθεια του Θεού.
π. Ευσέβιος Ματθόπουλος
Όλη η βάση είναι η ποιότητα της προσευχής. Η προσευχή πρέπει να είναι καρδιακή, να γίνεται από πόνο. Για τον Θεό δεν μετράει τόσο η ποσότητα της προσευχής όσο η ποιότητα.
Γέροντας Παΐσιος

Η καρδιακή προσευχή βοηθάει όχι μόνο τους άλλους αλλά και τον ίδιο τον εαυτό μας, γιατί βοηθάει να έρθει η εσωτερική καλοσύνη. Όταν ερχόμαστε στην θέση του άλλου, έρχεται φυσιολογικά η αγάπη, ο πόνος, η ταπείνωση, η ευγνωμοσύνη μας στον Θεό με την συνεχή δοξολογία, και τότε η προσευχή για τον συνάνθρωπό μας γίνεται ευπρόσδεκτη από τον Θεό και τον βοηθάει.
Γέροντας Παΐσιος
Εγγίσατε τω Θεώ, και εγγιεί υμίν (Ιακ, 4:8). Εμείς πρέπει να αρχίσουμε. Αν κάνουμε ένα βήμα προς τον Κύριο, κάνει δέκα Αυτός προς εμάς – Αυτός που είδε τον Άσωτο Υιό ενώ ήταν ακόμη σε απόσταση, και ένιωσε συμπάθεια και έτρεξε και τον αγκάλιασε.
Tito Colliander 

Το να γίνεις απαθής – με την Πατερική και όχι με τη Στωική έννοια του όρου – παίρνει καιρό και θέλει σκληρή δουλειά, με αυστηρή ζωή, νηστεία και αγρυπνία, προσευχή, ιδρώτα αίματος, ταπείνωση, την καταφρόνια του κόσμου, σταύρωση, τα καρφιά, τη λόγχη στην πλευρά, το ξύδι και τη χολή, εγκατάλειψη απ’ τον καθένα, προσβολές από τρελούς αδελφούς συσταυρωμένους, βλαστήμιες απ’ τους περαστικούς: και μετά – ανάσταση εν Κυρίω, την αθάνατη αγιότητα του Πάσχα.
π. Θεόκλητος Διονυσιάτης

Να προσεύχεσαι απλά. Μην περιμένεις να βρεις μες στην καρδιά σου κανένα αξιόλογο δώρο της προσευχής. Να θεωρείς τον εαυτό σου ανάξιο γι’ αυτό. Τότε θα βρεις γαλήνη.
Στάρετς Μακάριος του Optino

Η Προσευχή του Ιησού βοηθάει στο να υψωθεί ολόκληρη η ζωή, το σώμα και η ψυχή σ’ ένα επίπεδο όπου οι αισθήσεις και η φαντασία δεν αναζητούν πια εξωτερική αλλαγή ή ερεθισμό• όπου όλα υπόκεινται στον ένα σκοπό: να συγκεντρωθεί όλη η προσοχή του σώματος και της ψυχής πάνω στο Θεό, υπό την έννοια ότι ο κόσμος αναζητείται και γνωρίζεται μέσα στην ομορφιά του Θεού και όχι ο Θεός μέσα στην ομορφιά του κόσμου.
Μοναχή Μαρία της Normandy

Η ψυχή της Ορθοδοξίας είναι φτιαγμένη από το δώρο της προσευχής.
Vasilii Rozanov

Προσευχή σημαίνει αναζήτηση του Θεού, συνάντηση με τον Θεό, και προώθηση πιο πέρα από τη συνάντηση, στην κοινωνία μαζί Του. Η προσευχή είναι μια πράξη, ένα βίωμα, μια στάση.
Αντώνιος Μητροπολίτης Σουρόζ

Κάθε γνήσια προσευχή, δηλαδή προσευχή που γίνεται με συντριβή και υποταγή στο Θεό, αργά ή γρήγορα ενεργοποιείται από τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Αυτή η Χάρη γίνεται η κινητήρια δύναμη πίσω από κάθε δραστηριότητα και άρα πίσω από το καθετί στη ζωή μας. Παύει να γίνεται μια δραστηριότητα και γίνεται όλο μας το είναι, η παρουσία εντός μας Εκείνου που τα πάντα πληροί και τα οδηγεί στην ολοκλήρωσή τους.
Αντώνιος Μητροπολίτης Σουρόζ

Η συνάντηση με τον Θεό είναι προσωπική, αφού ο καθένας μας πρέπει να βιώσει ο ίδιος προσωπικά χωρίς τη μεσολάβηση κανενός. Είναι δική μας, μα συγχρόνως έχει μια πανανθρώπινη σημασία, διότι υπερβαίνει το επιφανειακό και περιορισμένο εγώ μας.
Αντώνιος Μητροπολίτης Σουρόζ

Η μυστική εμπειρία, η οποία είναι αχώριστη από τη οδό προς της ένωση, δε μπορεί να επιτευχθεί, παρά μονάχα στη προσευχή και με την προσευχή.
Vladimir Lossky

Με το να επικαλείσαι προσεκτικά και θεληματικά το όνομα του Θεού, είναι σαν να δίνεσαι στην ενέργειά Του, σαν να προσφέρεσαι ως όργανο και ζωντανή θυσία στα χέρια Του.
Κάλλιστος Ware, Επίσκοπος Διοκλείας 

Ρίξτε το μεγαλύτερο βάρος του αγώνα σας στη Προσευχή, γιατί αυτή μας κρατάει σε επαφή με το Θεό και η επαφή αυτή πρέπει να είναι συνεχής.
Γέροντας Παϊσιος

Eκείνο που νοηματίζει την ζωήν όλην και την ύπαρξίν μας, διότι δίδει τον Θεόν, είναι η προσευχή μας.
Αρχιμ. Aιμιλιανός, Kαθηγούμενος I. M. Σίμωνος Πέτρας